Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2018

ΜΝΗΜΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Ι. ΚΟΥΤΛΗ


ΜΝΗΜΗ
Παναγιώτου Ι. Κουτλή



      Στην τελευταία επίσκεψή μου στο Παλαιοχώρι, ο εξάδελφός μου Παναγιώτης Κουτλής του Καλδή μου έδωσε το γράμμα του θείου του Παναγιώτου Ι. Κουτλή [1], που σκοτώθηκε στο πεδίο της μάχης κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, στις 5 Ιανουαρίου 1941. Πατέρας του ο Ιωάννης Π. Κουτλής [2] και μητέρα του η Μαρία [3], το γένος Καλδή Καλδέλη, και αδελφή της η Αμερισούδα Καλδέλη - Καραμπάση [4], σύζυγος του Στυλιανού Καραμπάση και μητέρα της Μαρίας Καραμπάση - Αχειλαρά, της Βικτώριας και του Ευστρατίου. Παιδί πολύτεκνης ορφανής από πατέρα οικογένειας, ο Παναγιώτης (γενν. 1916) ήταν το μεγαλύτερο από τα πέντε παιδιά: Παναγιώτης, Καλδής [5], Γρηγόριος (Γρηγόρα) [6], Αθηνά, Γεώργιος (Χαμούσα). Στο Παλαιοχώρι ασχολούνταν με αγροτικές εργασίες στα οικογενειακά ελαιοκτήματα και διατηρούσε ένα παντοπωλείο στην αγορά, εκεί που σήμερα βρίσκεται το καφενείο της Αγάθης Χρυσάφη. Η κλάση του, του 1937, επιστρατεύτηκε νωρίς: βαθμός Στρατιώτης, 22ο Σύνταγμα Πεζικού, 5ος Λόχος. Μαζί του άλλοι τέσσερις συγχωριανοί του: ο εξάδελφός του Βασίλης (Κουτλής), ο Δημήτριος Χρυσάφης (Ξαφέλης), ο Γεώργιος Κουτλής και ο Παντελής Φλουκουράκης (Φουλκαράκης;) [7].
     Η επιστολή έχει παραλήπτη τον αδελφό του Καλδή και δεν είναι η πρώτη επικοινωνία τους, μάλλον δεύτερη ή τρίτη.


Η επιστολή.
30 / 10/ 1940
  «Ἀγαπιτέ μου Ἀδελφέ μου
    Καλδῆ χέρε.
    Ἱγίαν ἔχο, τό αὐτό ποθό καί διά ἐσᾶς πάντοτε.
    Γνόριζε Ἀδελφέ μου ὅτι ἔλαβα τό πιστοπιητικό καί τά λευτά ποῦ μού ἔστειλες ἀλά ὅλα μάταια δέν ξεύρω πιός τόν σέρνη, πιστεύω δέ νά τά μάθατε καί ἐσεῖς. Καί ὅσον εἰμπορῆς νά κυτάζης τό σπίτη, τά μάτια σου δέκα. Καρδιά ὅσο ἠμπορῆς, τόρα σέ θέλο καπετάνιο. Νά σοδιαστῆς ἀπό ψόνια καί νά κλῆς τό μαγαζῆ γρίγορα τό βράδη καί νά παρακολουθῆς τόν κάθε νοικοκύρη τή κάμνη, νά κάνης τά μάτια σου δέκα, μῆν τά πέρνης τά πράγματα ἐπιπόλεα, ἄν δῆς καί δέν ἠμπορῆς νά κουμαντάρης τῆ γριά καί τά ἀδέλφια μας νά τούς πάις στῆ θία μου Ἀμερισούδα καί ὅλα τά ψόνια τού σπιτιού καί τά λευτά νά τά πάις στή θεία μου ή νά τά ἔχης κρεμασμένα στό λεμό σου με λαγάρα. λιπόν Ἀδελφέ μου, θά σέ δῶ. καρδιά καί ἐσύ καί ἐγῶ. ἐμεῖς δέ ἤμαστε μαζῆ 5 πέντε ὁ Βασίλης ὁ ἐξάδελφος μου, ὁ Δημ. Ξαφέλης, ὁ Γεόρ. Κουτλῆς καί ὁ Φλουκουράκης Παντελῆς. κιμόμαστε ἀγκαλιά τό βράδυ καί ἔτση δέν χάνομε τή ψυχρεμία μας, παρηγορῆ ὁ ἔνας τόν ἄλο.
    Ἐάν ἡμπορέσης, κάμε ἔνα πακέτο τῆ φανέλα πού ἔχο τῆ ναυτικιά πού ἀγόρασα πέρυση καί στήλε την ταχηδρομικός.
    Ἀσπασμοῦς εἰς ὅλους τοῦς φίλους καί θείους μου, ἐξαδέλφες μου, ἐξάδελφό μου Παναγ. Γρ. Κουτλῆ [8] καί ὅση ἐροτοῦν διά ἐμένα.
    Σᾶς χερετό ὁ Ἀδελφός σας
Παναγιώτης Ι. Κουτλής
καί καλήν ἀντάμοση.»
             



 … καρδιά ὅσο ἠμπορῆς, τόρα σέ θέλο καπετάνιο… 
                         


… Ἀδελφέ μου, καρδιά καί ἐσύ καί ἐγῶ…

    

         … καί καλήν ἀντάμοση.


Αδελφικές παραινέσεις προς το μικρότερο αδελφό.    
     
     Η επιστολή του Παναγιώτη εκφράζει την αγωνία του προστάτη της οικογένειας για την τύχη τους. Είναι καιρός πολέμου, ώρα κινδύνου, κι αυτός βρίσκεται πολύ μακριά από το χωριό του, την Κοινότητα Παλαιοχωρίου Λέσβου. Το ρόλο του αρχηγού της ορφανεμένης από πατέρα οικογένειας αναλαμβάνει τώρα ο δεύτερος αδελφός, ο Καλδής. Μετά την τυπική αρχή της επιστολής «Υγείαν έχω, το αυτό επιθυμώ και διά εσάς πάντοτε», ενημερώνει τον αδελφό του ότι έλαβε το πιστοποιητικό και τα λεφτά που του έστειλε ο αδελφός του Καλδής. Από αυτό συμπεραίνουμε ότι δεν είναι η πρώτη τους επικοινωνία, αφού η επιστράτευση είχε γίνει πριν από την 28η Οκτωβρίου 1940, λίγο μετά τον τορπιλισμό της "Έλλης" στο λιμάνι της Τήνου. Το πιστοποιητικό ίσως είναι Πιστοποιητικό Οικογενειακής Καταστάσεως, για να αποδείξει ότι είναι προστάτης οικογένειας. Δεν ελπίζει όμως για αποστράτευση, γι’ αυτό και λέει πως είναι «όλα μάταια». Με τη φράση «δεν ξεύρω ποιος τον σέρνει» δηλώνει την ανωμαλία και το πολεμικό κλίμα της αρχής του ελληνοϊταλικού πολέμου.
     Οι συμβουλές του θα μπορούσαν να είναι χρήσιμες και σε μας, που διανύουμε καιρούς οικονομικής και πολιτικής κρίσης:
     
     1. «Να κοιτάζεις το σπίτι, τα μάτια σου δέκα». Με τη λέξη "σπίτι" εννοεί την οικογένεια, αλλά και την οικογενειακή περιουσία, το σπίτι, το μαγαζί και τα κτήματά τους.

     2. «Καρδιά όσο ημπορείς, τώρα σε θέλω καπετάνιο». Η λέξη "καρδιά" περικλείει όλα τα αναγκαία για τη δύσκολη ώρα συναισθήματα κουράγιο, θάρρος, δύναμη, σύνεση και η λέξη "καπετάνιος" την ανάλογη συμπεριφορά που υπαγορεύουν αυτά. Προσπαθεί να κεντρίσει το φιλότιμο του αδελφού του, παρακινώντας τον να κουμαντάρει το σπιτικό τους με υπευθυνότητα, όπως ο καλός ο καπετάνιος το καράβι του στη φουρτούνα (≈ πόλεμος). Γιατί μια απρόσμενη εθνική φουρτούνα ήταν και η κήρυξη πολέμου από τους Ιταλούς κατά της Ελλάδας, μετά το τελεσίγραφο της 28ης Οκτωβρίου 1940 και το ΟΧΙ των Ελλήνων.

     3. «Να σοδιαστείς από ψώνια», τρόφιμα για την πολυμελή οικογένεια και εμπόρευμα για το παντοπωλείο. Συμβουλή να είναι προνοητικός.

       4. «Να κλείνεις το μαγαζί νωρίς το βράδυ», για ασφάλεια.

    5. «Να παρακολουθείς τι κάνει ο κάθε νοικοκύρης». Να ακολουθεί το παράδειγμα των συγχωριανών που έχουν σύνεση και εμπειρία ζωής. Η λέξη "νοικοκύρης" με τη θετική σημασία που τη χρησιμοποιούμε κι εμείς σήμερα: "καλός νοικοκύρης". Η πιο χαρακτηριστική και αξιοπρόσεκτη συμβουλή: οι άπειροι νέοι πρέπει να μιμούνται τους έμπειρους και συνετούς μεγαλύτερους.

     6. «Τα μάτια σου δέκα, μην τα παίρνεις τα πράγματα επιπόλαια». Τον συμβουλεύει να είναι πολύ προσεκτικός, να εκτιμά με σοβαρότητα την κατάσταση και να ενεργεί με σωφροσύνη, χωρίς επιπολαιότητα. Η επανάληψη της φράσης "τα μάτια σου δέκα" δίνει ιδιαίτερο τόνο και έμφαση στα λόγια του μεγαλύτερου αδελφού.

     7. «Αν δεις και δεν μπορείς να κουμαντάρεις τη γριά και τα αδέλφια μας, να τους πας στη θεία μου Αμερισούδα και όλα τα ψώνια του σπιτιού και τα λεφτά να τα πας στη θεία μου ή να τα έχεις κρεμασμένα στο λαιμό σου με λαγάρα». Είναι ενδιαφέρον ότι ως πιο έμπιστο και ικανό συγγενικό πρόσωπο επιλέγει μία γυναίκα, τη θεία Αμερισούδα Καλδέλη - Καραμπάση, ίσως γιατί η χήρα μητέρα τους ήταν άρρωστη. Εναλλακτικά, τα χρήματα μπορεί να τα κρατά πάνω του, κρεμασμένα με λαγάρα από το λαιμό, όπως συνήθιζαν και συνηθίζουν ακόμα στο χωριό όταν ταξιδεύουν.

     8. «Λοιπόν, Αδελφέ μου, θα σε δω. Καρδιά και εσύ, καρδιά και εγώ». Επαναλαμβάνει την ενθάρρυνση με τη λέξη "καρδιά" (= θάρρος, κουράγιο) προς τον αδελφό του, αλλά και προς τον ίδιο τον εαυτό του. Εκείνος στο μέτωπο του πολέμου δίνει μάχες για την υπεράσπιση της Πατρίδας, ο Αδελφός του στο Παλαιοχώρι θα δώσει τη μάχη της επιβίωσης για λογαριασμό όλης της οικογένειας. Χρειάζονται  κι οι δυο δύναμη. Γιατί, αν είναι δύσκολα τα πράγματα στο χωριό, ακόμα πιο δύσκολα και επικίνδυνα είναι στο μέτωπο. Αν μπορούν να χωρέσουν σε μια λέξη οι ελπίδες και η αγωνία για το αύριο, η λέξη "καρδιά" αρκεί για να δηλώσει την ηθική, την ποιότητα της συμπεριφοράς, την αξιοπρέπεια και τη φιλοτιμία των δύο αδελφών.

     9. «Εμείς δε είμαστε μαζί πέντε… κοιμόμαστε αγκαλιά το βράδυ και έτσι δεν χάνομε την ψυχραιμία μας, παρηγορεί ο ένας τον άλλο». Πόσο παρηγορητικό και ενθαρρυντικό είναι να είναι ο συμπολεμιστής κοντά στο συμπολεμιστή, ο συνάνθρωπος πλάι στο συνάνθρωπο στις δύσκολες ώρες! Να ένα μεγάλο μάθημα ζωής...

     10. «Και καλήν αντάμωση». Τα τελευταία λόγια του Παναγιώτη, μετά τα χαιρετίσματα σε φίλους, συγγενείς και συγχωριανούς και την παραγγελία να του στείλει τη ναυτική φανέλα του ταχυδρομικώς. Όχι τυπικό τέλος επιστολής αλλά διακαής πόθος ψυχής. Η ευχή μοιάζει τραγική, αφού δεν θα εκπληρωθεί ποτέ.
     «Ἀσπασμοῦς εἰς λους τοῦς φίλους καί θείους μου, ἐξαδέλφες μου, ἐξάδελφό μου Παναγ. Γρ. Κουτλῆ καί ση ἐροτοῦν διά ἐμένα». Με διακριτικό τρόπο τα τελευταία λόγια, για να μην εκθέσει την κοπέλα που αγαπούσε [9]. Ο Παναγιώτης αγαπούσε μια νέα του χωριού, τη Μαρία. Πριν φύγει για τον πόλεμο, την αποχαιρέτησε με το παρακάτω δίστιχο τραγούδι, από τα πιο γνωστά ακόμα και σήμερα στο χωριό, δραματικά συγκινητικό, που συνήθως το έγραφαν οι γονείς στα γράμματα προς τα ξενιτεμένα τους παιδιά. Εδώ εκφράζει την αγάπη του νέου κι ίσως ένα προαίσθημα πως θα τους χωρίσει ο θάνατος, που όμως δεν ήταν ικανός να σβήσει τη μεγάλη αγάπη του: 
          
        «Σαν έρθεις κι εύρεις λείψανα και κόκαλα στο χώμα, 
          τα νεκροπούλια ρώτησε πως σ' αγαπώ ακόμα.»
         
     Οι τέσσερις συγχωριανοί συμπολεμιστές του γύρισαν μετά τη θύελλα στο Παλαιοχώρι κι αντάμωσαν τους δικούς τους. Ο Παναγιώτης δεν γύρισε ποτέ στο χωριό του. Σκοτώθηκε στις 5 Ιανουαρίου 1941, στο πεδίο της μάχης στην τοποθεσία "Καλιβίτσι", άγαμος 25 ετών, προτού προλάβει να γεννήσει παιδιά. Άφησε το μερίδιο της πατρικής κληρονομιάς στα ορφανά αδέλφια του και την τιμή της θυσίας του σ’ όλα τα Ελληνόπουλα. Κι ένα γράμμα από το μέτωπο με λόγια παραινετικά, που αντηχούν από το Σαράντα και συγκινούν και ενθαρρύνουν κι αναθερμαίνουν την καρδιά μας:

    «Καρδιά εμείς, καρδιά κι εσείς»
                  

Από αριστερά:
Παναγιώτης Μαρής, Ιωάννης Δεληγιάννης, Κωνσταντίνος Αληγιάννης, Παναγιώτης Ι. Κουτλής.

         


Ο επίλογος δυο μήνες μετά:
ΔΕΛΤΙΟΝ ΦΟΝΕΥΘΕΝΤΟΣ (Αριθμ. Πρωτ. 91135)
«Ἔπεσεν ὑπὲρ Πατρίδος ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς Μάχης, Καλιβίτσι, 5 Ιανουαρίου 1941»

              
* Από λάθος γράφτηκε «Παλαιοχώρα», αντί «Παλαιοχώριον» ο τόπος καταγωγής.

            

     Χρόνια μετά, ο αδελφός του Καλδής έδωσε το όνομα του σκοτωμένου αδελφού του στο δεύτερο γιο του, τον Παναγιώτη, που μου έδωσε αυτή την επιστολή. Οι συγχωριανοί του, για να τον τιμήσουν, έχουν αναγράψει το όνομά του σε μαρμάρινη στήλη στο Ηρώο Πεσόντων [10], που βρίσκεται δίπλα στο Δημοτικό Σχολείο Παλαιοχωρίου στη συνοικία «Πέρα Μαχαλάς», στην ανατολική είσοδο του χωριού:
  
ΕΠΕΣΑΝ ΥΠΕΡ ΠΑΤΡΙΔΟΣ
1940-49
ΚΑΜΠΟΥΡΗΣ ΙΩΑΝ. ΔΗΜ.
ΚΟΝΤΟΠΟΣ ΠΡΩΤΟΓΗΡΟΣ Δ.
ΚΟΥΤΛΗΣ ΠΑΝ. ΙΩ.
ΜΑΪΣΤΡΕΛΗΣ ΙΩΑΝ. ΔΗΜ.
ΜΑΥΡΑΓΑΝΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Μ.
ΤΣΙΜΝΑΔΗΣ ΕΥΣΤ. ΔΗΜ.

      
     Ας είναι αιωνία η μνήμη τους…




[1]Στο φύλλο 68, αύξων αριθμ. 4 του Μητρώου Αρρένων Παλαιοχωρίου γράφει ότι ο Παναγιώτης Παναγιώτης του Ιωάννου γεννήθηκε το 1916 στο Παλαιοχώρι. Στις παρατηρήσεις αναφέρεται: «Αποβιώσας διεγράφη με τη 20586/51/14-1-52 απόφαση της Νομαρχίας Λέσβου».
[2] Στο φύλλο 29, αύξων αριθμ. 3 του Μητρώου Αρρένων Παλαιοχωρίου αναγράφεται ότι ο Κουτλής Ιωάννης του Παναγιώτου γεννήθηκε το έτος 1887 στο Παλαιοχώρι Λέσβου. Στις παρατηρήσεις, αναφέρεται: «Αποβιώσας διεγράφη με τη 20586/51/14-1-52 απόφαση της Νομαρχίας Λέσβου». Επίσης, στο Βιβλίο Ληξιαρχικών Πράξεων Θανάτου, τόμος Α΄, αύξων αριθμ. 31, έτους 1933, αναφέρεται ότι ο Ιωάννης Παν. Κουτλής, ετών 45, παντοπώλης, απεβίωσε στις 2-12-1933 στο Παλαιοχώρι από καρκινοειδή φυλλώματα κύστεως.
[3] Σε πρόσθετο φύλλο 18β του Βιβλίου Ληξιαρχικών Πράξεων Θανάτου Κοινότητας Παλαιοχωρίου, τόμος  Β΄, αύξων αριθμ. 58, έτους 1942, αναγράφεται ότι η Μαρία, χήρα Ιωάννου Κουτλή, ετών 53, επαγγέλματος οικιακά, απεβίωσε στις 22-3-1942 από εγκεφαλική συμφόρηση.
[4] Στο Γ΄τόμο του Μητρώου Ληξιαρχικών Πράξεων Θανάτου της Κοινότητας Παλαιοχωρίου Λέσβου αναγράφεται με α/α (3) 104 ο θάνατος της Αμερισούδας, χήρας Στυλιανού Καραμπάση, 92 ετών, επαγγέλματος οικιακά, στις 2-6-1960, από καρδιακή αδυναμία.
[5] Ο Καλδής Ι. Κουτλής γεννήθηκε το 1921 στο Παλαιοχώρι (Μητρώο Αρρένων Παλαιοχωρίου, φύλλο 73, αύξων αριθμ. 5).
[6] Ο Γρηγόρης Ι. Κουτλής γεννήθηκε το 1926 στο Παλαιοχώρι (Μητρώο Αρρένων Παλαιοχωρίου, φύλλο 78, αύξων αριθμ. 4).
[7] Γεννήθηκε το 1921 στο Παλαιοχώρι (Μητρώο Αρρένων Παλαιοχωρίου, φύλλο 68, αύξων αριθμ. 15, αναγράφεται ένας Φουλκαράκης Παντελής του Ιωάννου γεννήθηκε το 1916.
[8] Στο φύλλο 60, αύξων αριθμ. 6 του Μητρώου Αρρένων Παλαιοχωρίου αναφέρεται ότι ο Παναγιώτης Κουτλής του Γρηγορίου γεννήθηκε το 1908 στο Παλαιοχώρι Λέσβου.
[9] Αφού είχα αναρτήσει την επιστολή, μου τηλεφώνησε η ανεψιά του Μαρία Κουτλή - Πετρέλλη και μου έδωσε την πληροφορία αυτή, που την είχε ακούσει από τη μητέρα της Αθηνά, αδελφή του Παναγιώτη.  
[10] Βλέπε βιβλίο «Τα γλυπτά της Λέσβου» του Προκόπη Παπάλα, Μυτιλήνη 2012, σελ. 519 και πρδκ. «Παλιοχωριανά», Απρίλιος – Μάιος – Ιούνιος 2012, σελ. 4-6.

Μυρσίνη Μ. Βουνάτσου
Αθήνα, 30 Ιανουαρίου 2018

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου