Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ


Προσευχή στην Παναγιά
        
     Μια προσευχή, που έλεγαν παλιά στο Παλαιοχώρι τρεις φορές το πρωί, τρεις το μεσημέρι και τρεις το βράδυ όλη τη σαρακοστή προ του Πάσχα, μας έστειλε η Νίκη Τσιμναδή - Φραγκάτου. Την άκουσε από τη μητέρα της Ρηνούλα Κουρτέλη - Τσιμναδή (γενν. 1934), κι εκείνη την έμαθε από τη δική της μητέρα, την Αικατερίνη Κουρτέλη, το γένος Παντέμη, που γεννήθηκε το Μάιο του 1904 στο Παλαιοχώρι Λέσβου και πέθανε το Νοέμβριο του 1980. Διακρινόταν για την ικανότητά της να απομνημονεύει πολλά τραγούδια, παλιοχωριανά δίστιχα αλλά και πολύστιχα δημοτικά.          

                                                     

 
Αικατερίνη Παντέμη – Κουρτέλη (1904 - 1980)

 

  Παλαιοχώρι Λέσβου

  Προσευχή στην Παναγιά                              

    
   Ω! Παναγιά Πανάχραντε
   κι Υπερευλογημένη,
   στον κόσμο δεν ευρέθηκες
   πρώτη και διαλεγμένη.

   Σε νεραντζιές γεννήθηκες,
   σε λεμονιές ανετράφεις,
   σε μέγα σπήλαιο σκοτεινό
   εγέννησες τον Ιησού Χριστό.

   Τρεις μέρες είχε να μιλήσει,
   τρεις να λαλήσει,
   τρεις και απάνω
   μίλησε και είπε:

─ Κοιμάσαι, μάνα μου;
   Κοιμάσαι,  μητέρα μου;
   Κοιμάσαι,
   μία βασίλισσα του κόσμου;

─ Όχι, γιε μου, δεν κοιμούμαι
   μόνο ξυπνητή λογιούμαι.
   Όνειρο είδα φοβερό
   και φοβάμαι να στο πω.

─ Πες μου το, μάνα,
   πες  μου το,
   πες μου το,
   μία βασίλισσα του κόσμου.

─ Υιέ μου, σε είδα σε καλό,
   καλό στον Ιορδάνη ποταμό.
   Σκύλοι Εβραίοι σε κυνηγούν,
   σε έπιασαν,
   σου σταύρωσαν τα δυο σου χέρια,
   σου κάρφωσαν  τα δυο σου ποδαράκια,
   ξύδι και χολή σε ποτίσανε,
   στου Πιλάτου την πόρτα σε ρίξανε.

─ Αληθινή  είσαι, μάνα μου,
   αληθινή είσαι, μητέρα μου.
   Όποιος μπορεί και το ειπεί τρεις το πρωί,
   τρεις το βράδυ και τρεις το μεσημέρι,
   από φωτιά να μην καεί,
   από νερό να μην πνιγεί,
   την ώρα της κρίσεως
   να έβγει κερδισμένος.
                    
*****


Ανάλυση της προσευχής


     Η «Προσευχή στην Παναγιά» είναι ανώνυμο θρησκευτικό δημοτικό τραγούδι του Παλαιοχωρίου, χωριού της περιφέρειας Πλωμαρίου στη νότια Λέσβο. Αποτελείται από 40 στίχους σε 8 στροφές, έξι τετράστιχες και δύο οκτάστιχες, χωρίς συγκεκριμένο αριθμό συλλαβών ανά στίχο και χωρίς ορισμένο μέτρο. Από τον αριθμό των στίχων του (40), μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε και αφηγηματικό, όπως το «Μοιρολόι της Παναγιάς». Κάποιοι στίχοι ομοιοκαταληκτούν, αλλά δεν ακολουθείται παντού ένα συγκεκριμένο μετρικό σχήμα. Η προσευχή λέγεται σε ρυθμό απαγγελίας, γνωστό από την αρχαία ποιητική μας παράδοση, που στη Λέσβο επιβιώνει από τα χρόνια του Όμηρου. Συνδέεται με συγκεκριμένη χρονική περίοδο, τη σαρακοστή προ του Πάσχα, πριν από τη σταύρωση, την οποία βλέπει σε όνειρο-εφιάλτη η Μητέρα του Χριστού και το αφηγείται στο γιο της. Ο Χριστός-βρέφος το επιβεβαιώνει, φανερώνοντας πως γνώριζε τη θεία αποστολή του. Το περιεχόμενο της προσευχής είναι κατά κάποιο τρόπο ένα προμάντεμα, ένα αληθινά προφητικό όνειρο της Παναγιάς, που προοικονομεί το μαρτύριο του σταυρικού θανάτου του Ιησού για τη σωτηρία των ανθρώπων, συνδέοντας δυο γεγονότα σταθμούς της χριστιανικής θρησκείας και τις αντίστοιχες εορτές: τη Γέννηση και τη Σταύρωση του Ιησού, τα Χριστούγεννα και το Πάσχα.

     Επειδή είναι η πρώτη καταγραφή, επιφυλασσόμαστε να κάνουμε συμπληρώσεις ή τροποποιήσεις, αν η έρευνα παρουσιάσει μελλοντικά άλλα στοιχεία.

          

     Η πρώτη τετράστιχη στροφή αποτελεί ύμνο προς την Παναγιά και εισαγωγή συνάμα. Κάνουν επίκληση χαρακτηρίζοντάς την «Πανάχραντη» (πάναγνη, παν+άχραντη = αμόλυντη, παναγία) κι «Υπερευλογημένη» (υπέρ+ευλογούμαι), μοναδική και ανώτερη από κάθε άλλη γυναίκα, διαλεγμένη να γίνει η μητέρα του Θεανθρώπου (έμμεση αναφορά στον Ευαγγελισμό της Παναγίας, όπου είναι αφιερωμένη η εκκλησία Παλαιοχωρίου). Το κλητικό επιφώνημα «Ω», οι σύνθετες ονομασίες με τις επιτατικές λέξεις παν- και υπέρ- ως πρώτα συνθετικά, η εμφαντική άρνηση «δεν ευρέθηκες», η σημασία των λέξεων «πρώτη» και «διαλεγμένη», εκφράζουν ευσέβεια και έπαινο και συνάμα είναι αρχή και λόγος της προσευχής.

                 

     Στη δεύτερη τετράστιχη στροφή, με δυο όμορφες οπτικές-οσφρητικές εικόνες, περιγράφεται συνοπτικά η γέννηση και το μεγάλωμα της Παναγιάς, ενώ με μια τρίτη επιβλητική οπτική εικόνα -«μέγα σπήλαιο σκοτεινό»- και τα επίθετα «μέγα» και «σκοτεινό» αναγγέλλεται η γέννηση του Ιησού Χριστού. Τα τρία ρήματα «γεννήθηκες», «ανετράφεις», «εγέννησες» καλύπτουν όλο το χρόνο, μέχρι το θαυμαστό γεγονός. Οι δυο πρώτες στροφές είναι πρόλογος και εισαγωγή στο κύριο θέμα, το προφητικό όνειρο της Παναγίας και την ερμηνεία του από το Χριστό.

       

     Στην τρίτη τετράστιχη στροφή, η τριπλή επανάληψη του ιερού αριθμού «τρεις» δηλώνει πως το βρέφος που γεννήθηκε φανέρωσε γρήγορα τη θεία του φύση, σε τρεις μόνο μέρες, πρώτα στη μητέρα του, με το λόγο:  λογισμό και ομιλία. Με τα δυο συνώνυμα ρήματα «μίλησε και είπε», δίνεται με έμφαση το «πρώτο θαύμα» του Χριστού. Άλλωστε είναι χαρακτηριστικό ότι ο Χριστός χαρακτηρίζεται ως Λόγος.

            

     Οι επόμενες πέντε στροφές, τρεις τετράστιχες (4η, 5η, 6η) και δύο οκτάστιχες (7η, 8η), έίναι διάλογος Γιου - Μητέρας, Χριστού και Παναγιάς. Αγάπη και τρυφερότητα, αγωνία και πόνος…  

                

     Στην τέταρτη τετράστιχη στροφή, με τρεις ερωτήσεις όπου επαναλαμβάνεται το ρήμα «κοιμάσαι», ο Χριστός-βρέφος ανοίγει το διάλογο. Από τις τρεις προσφωνήσεις, οι δύο δηλώνουν τη στενή συγγενική σχέση των θείων προσώπων: «μάνα μου», «μητέρα μου». Με την τρίτη προσφώνηση, ο Γιος δίνει έναν τίτλο τιμής στη σεβαστή Μάνα: «μία βασίλισσα του κόσμου», δηλαδή εσύ που είσαι μοναδική βασίλισσα του κόσμου, πρώτη και ξεχωριστή. Έτσι, με το λόγο του Χριστού, καθιερώνεται η Μαρία ως μάνα του Θεανθρώπου και ως γυναίκα. Ορατή η σύνδεση της 4ης στροφής με την 1η στροφή, όπου οι ευσεβείς Χριστιανοί εξυμνούν και εξυψώνουν την Παναγία.

                

     Στην πέμπτη τετράστιχη στροφή, η Παναγιά απαντά στο Χριστό πρώτα αρνητικά στην ερώτησή του αν κοιμάται (1ος στίχος) και μετά καταφατικά χρησιμοποιώντας τον αντιθετικό σύνδεσμο «μόνο» (2ος στίχος): όχι, δεν κοιμούμαι – αλλά ξυπνητή συλλογίζομαι («λογιούμαι»). Αιτία των λογισμών της ένα φοβερό όνειρο, που φοβάται να το πει, μήπως και βγει αληθινό. Η κλητική προσφώνηση «γιε μου», το ρήμα «λογιούμαι» και οι ομόρριζες λέξεις «φοβερό» - «φοβούμαι» εκφράζουν τα έντονα συναισθήματα της Μάνας – Παναγιάς, με κυρίαρχο το φόβο μην πάθει κάτι το αγαπημένο της παιδί. Κοντά σ’ αυτά, προβάλλεται η πίστη στα όνειρα και η ιδέα πως, αν δεν φανέρωναν ένα κακό όνειρο που είδαν, ίσως να μην έβγαινε αληθινό. Η ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία του πρώτου με το δεύτερο στίχο («κοιμούμαι»   «λογιούμαι») και του τρίτου με τον τέταρτο («φοβερό»«να στο πω») δημιουργεί ένα ιδιαίτερο αισθητικό αποτέλεσμα, δίνοντας μουσικότητα στα λόγια της Παναγιάς. Επίσης, ακουστική εντύπωση προκαλούν τα τονισμένα –Ό– στην αρχή του πρώτου και του τρίτου στίχου («Όχι» «Όνειρο»), καθώς θυμίζουν το επιφώνημα που εκφράζει πόνο.

               

     Στην έκτη τετράστιχη στροφή, οι προτροπές του Γιου προς τη Μάνα να του πει το όνειρο που είδε, με τρεις επαναλήψεις της φράσης «πες μου το» και την κλητική προσφώνηση «μάνα», δίνουν έμφαση και ένταση στο λόγο. Η προσφώνηση «μία βασίλισσα του κόσμου», όπως και στην τέταρτη στροφή, κινεί ιδιαίτερα την προσοχή του ακροατή, καθώς ο λόγος είναι ελλειπτικός και ξενίζει κάπως η λέξη «μία» στην αρχή του τέταρτου στίχου.

                   

     Η έβδομη στροφή είναι οκτάστιχη. Σ’ αυτήν η Παναγία περιγράφει στην ουσία δυο όνειρα, ένα καλό κι ένα κακό ή, σωστότερα, ένα συνεχόμενο όνειρο που καλύπτει χρονικά τη ζωή του Χριστού από τη βάπτισή του μέχρι τη Σταύρωσή του. Η χριστιανική παράδοση αναφέρει ότι ο Χριστός βαπτίστηκε στα τριάντα του χρόνια και σταυρώθηκε στα τριάντα τρία του. Η αρχαιοπρεπής προσφώνηση «υιέ μου» στην αρχή του πρώτου στίχου δίνει επισημότητα στο λόγο. Φανερώνει πρώτα το καλό, επαναλαμβάνοντας δυο φορές τη λέξη «καλό». Η αναφορά στον Ιορδάνη ποταμό μας παραπέμπει στο γεγονός της βάπτισης του Ιησού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Στη συνέχεια, ασύνδετα και με ελλειπτικό λόγο, αναφέρει το κακό όνειρο: η καταδίωξη του Ιησού από Εβραίους, που σαν λυσσασμένοι σκύλοι θέλουν να τον θανατώσουν, η σύλληψη και η σταύρωσή του με καρφιά, το ξύδι κι η χολή που τον πότισαν όταν ζήτησε νερό, η δίκη του στο σπίτι του Πιλάτου, οι ταπεινώσεις κι η καταδίκη του από τους εχθρούς του. Με έξι ενεργητικά ρήματα («κυνηγούν», «έπιασαν», «σταύρωσαν», «κάρφωσαν», «ποτίσανε», «ρίξανε»), ένα σε ενεστώτα και πέντε σε αόριστο, σε ασύνδετο λόγο που φανερώνει ταραχή και φόβο, η Παναγιά περιγράφει το φοβερό όνειρο που είδε για τη μελλοντική τύχη του νεογέννητου γιου της. Το χαρμόσυνο γεγονός της γέννησης το σκιάζει με τα φτερά του φόβου ένας μαρτυρικός και ατιμωτικός θάνατος πάνω στο σταυρό. Είναι τέτοια η ένταση που δημιουργούν τα πολλά ενεργητικά ρήματα και ο ασύνδετος λόγος, ώστε ζωντανεύουν μπρος τα μάτια μας τα πάθη του Χριστού…

               

     Η όγδοη –τελευταία– οκτάστιχη στροφή, περιλαμβάνει δύο ενότητες: α) Η πρώτη ενότητα αποτελείται από τους δύο πρώτους στίχους της στροφής, όπου ο Χριστός επιβεβαιώνει δύο φορές, με τη φράση «αληθινή είσαι…», ότι το φοβερό όνειρο της μητέρας του θα βγει αληθινό. Είναι ίσως οι δυο πιο λακωνικοί και πιο δραματικοί στίχοι, λόγια του ίδιου του Χριστού, που προοιωνίζουν τη Σταύρωσή του. Στις λαϊκές δοξασίες τις σχετικές με τη γέννηση, οι άνθρωποι πίστευαν πως στις τρεις μέρες το σπίτι επισκέπτονται οι τρεις Μοίρες (στην αρχαία Ελλάδα ονομάζονταν Κλωθώ, Λάχεσις, Άτροπος), για να μοιράνουν το νεογέννητο. Παλιά στο Παλαιοχώρι η μάνα στόλιζε το βρέφος και τοποθετούσε στο τραπέζι ένα δίσκο στρωμένο με δαντελένιο δισκόπανο, που πάνω είχε έναν φωκά γλυκό κουταλιού (γυάλινο βάζο γλυκού με σκέπασμα και ανάγλυφα σκαλίσματα), τρία κουταλάκια και τρία ποτήρια νερό, για να κεραστούν οι Μοίρες, να καλοκαρδίσουν και να καλομοιράνουν το νεογέννητο. Κάποιες μητέρες έμεναν άγρυπνες, για να κρυφακούσουν τι θα όριζαν οι Μοίρες για το μέλλον του παιδιού τους. Η συνήθεια να το βάζουν το βρέφος στη ντουλάπα, πληροφορία που άκουσα μικρή και με εντυπωσίασε πολύ, δεν γνωρίζω πόσο διαδεδομένη ήταν… Εδώ το ρόλο των Μοιρών παίζει το προφητικό όνειρο της Παναγιάς.         
     β) Η δεύτερη ενότητα αποτελείται από τους υπόλοιπους έξι στίχους και είναι ο επίλογος. Ο Χριστός ορίζει ότι, όποιος λέει την προσευχή τρεις φορές πρωί, μεσημέρι και βράδυ, θα είναι προστατευμένος από πυρκαγιά κι από πνιγμό και στη Δευτέρα Παρουσία κερδισμένος. Εδώ η προσευχή λειτουργεί ως φυλαχτό και αποτρεπτικό, ως ασπίδα προστασίας της ζωής του πιστού Χριστιανού από τους κινδύνους κι ως μέσο σωτηρίας της ψυχής του. Ο λόγος αγιάζει και σώζει το χριστιανό. Παρόμοια δοξασία είχαν και για το εκτενέστερο (110 στίχων περ.) "Μοιρολόι της Παναγιάς", που πίστευαν ότι ήταν καλό να το λένε οι γυναίκες τρεις φορές κάθε μέρα της Σαρακοστής.          

                

*****    

Παραλλαγές   

     Με την Κρήτη και την Κύπρο, το νησιωτικό ελλαδικό χώρο γενικότερα, έχουμε πολλά κοινά στα παραδοσιακά τραγούδια, στα έθιμα και στη μαγειρική. Το Αιγαίο, πανάρχαια κοιτίδα των Ελλήνων, ανοίγει θαλάσσιους δρόμους που ενώνουν, αντί να χωρίζουν. Θαρρείς πως ταξιδεύουν με τον αγέρα οι ήχοι των τραγουδιών κι οι ομιλίες των νησιωτών και σκορπίζονται παντού, στα μικρά και στα μεγάλα νησιά του Αρχιπελάγους μας.

     Έτσι, αναζητώντας να βρω αν υπάρχει παρόμοια προσευχή σε άλλα μέρη της πατρίδας μας, βρήκα δύο παραλλαγές, μία κρητική με 16 στίχους και τίτλο «Το όνειρο της Παναγιάς» και μία εκτενέστερη κυπριακή με 28 στίχους και τίτλο «Κυπριακή προσευχή». Διαβάστε παρακάτω τις δυο παραλλαγές και βρείτε τις ομοιότητες και τις διαφορές τους.               

               

  Κρήτη

  Το Όνειρο της Παναγιάς

 


   Η Παναγία η Δέσποινα εν ώρα (;) σπηλαίου

   εγέννησε κι έκαμε παιδί.

   Σ’ τσι τρεις ημέρες απάνω τση μίλησενε:

Κοιμάσαι, μάνα μου, κοιμάσαι, μητέρα μου,

   κοιμάσαι, βασίλισσα του κόσμου, γ-ή αγρυπνείς;

Δεν κοιμούμαι, υιέ μου, Θε  μου βοήθησέ μου,

   μα είδα όνειρον κακό και δειλιώ να σου το πω.

Πε μου το, μάνα μου, πε μου το, μητέρα μου,

   πε μου το, βασίλισσα του κόσμου, και μη δειλιάς.

Ενειρεύτηκα πως σ’ εκρεμάσανε οι σκύλοι οι γ-Ιουδαίοι

   πέντε καρφιά σου βάλανε:

   δυο στα πόδια, δυο στα χέρια κι ένα μέσα στην καρδιά.

Αληθινή ’σαι, μάνα μου, και συ και τ’ όνειρό σου

   κι απού το πει τρεις αργά, τρεις ταχιά και τρεις το μεσημέρι,

   από γκρεμό μη γκρεμιστεί κι από μαχαίρι μη σφαεί,

   από πηγάδι μην πνιγεί κι από φωθιά να μην καεί.

    
   (Πηγή: http://www.kritikoi.gr/main_titles/cretan_poetry/asmata/cretan_poetry401.html)




Εικόνα από το Διαδίκτυο

                      

  Κύπρος

  Κυπριακή προσευχή   


Μητέρα μου, Θεομητέρα μου, πώς κοιμάσαι, πώς περνάς,
   πώς του ήλιου ηδεάσαι και πώς μοναχή περνάς;

Όχι, γιε μου, Μονογένη, μήτε κοιμάμαι, μήτε ξυπνώ,
   μήτε του ήλιου ηδεώμαι, μήτε μοναχή περνώ.
   Έχω Πέτρον, έχω Παύλον, έχω δώδεκα Αποστόλους
   και Σταυρό στην κεφαλή μου κι Άγιο Πνεύμα στην ψυχή μου.
   Αποκείθεν μου, αποδώθεν μου, τα φτερά του Αρχιστρατήγου
   και κοιμούμαι αμέριμνα.
   Εψές όνειρο σε είδα πως σε τρέχαν οι Εβραίοι, 
   οι παράνομοι, οι σκύλοι.
   Πάνω σε πήραν, κάτω σ’ εφέραν, στον Ιορδάνη ποταμό σε πιάσαν,
   στον Πιλάτον σ’ εδικάσαν.
   Πέντε κάρφους σε καρφώσαν, δυο στα πόδια, δυο στα χέρια
   κι ένα στο κεφάλι σου, καρδούλα μου,
   και έτρεξε τ’ άχραντό σου αίμα.
   Στραβοί ήταν εκεί κι εμβλέψασι, κουτσοί κι επερπατήσαν
   και γέροι εκατό χρονών εσώσαν κι εβουρήσαν
   πως αναστήθη ο Χριστός στον κόσμον το κηρύξαν.
   Καληώρα του όπου το λαλεί τρεις φορές την ημέρα.
   Πέφτει λαμπρό, δεν καίγεται μήτε νερό τον παίρνει.
   Την ώρα του θανάτου του η Δέσποινα κοντά του,
   η Δέσποινα με το κερί, Χριστός με το καντήλι
   κι ο Μιχαήλ Αρχάγγελος με το επιτραχήλι.
   Κακότυχοι αμαρτωλοί οπού ’ναι κολασμένοι,
   που δεν πάν’ εις την εκκλησιά την ώρα που σημαίνει.
   Βρίσκουν μεγάλην αφορμήν πως είν’ αζουρωμένοι.
   Μεγαλοδύναμος Θεός τ’ αδύνατα αγαπά τα
   και καθαρή καρδιά θέλει και πάλι συγχωρά τα.

   


                 

  *Ευχαριστώ τη Ρηνούλα και τη Νίκη Τσιμναδή κι εύχομαι να είναι πάντοτε προφυλαγμένες από κάθε κακό.

                       

Πέμπτη 25 Μαΐου 2017, Αναλήψεως του Κυρίου

Βουνάτσου Μυρσίνη

Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

ΣΑΜΑΛΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟ


ΣΑΜΑΛΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟ
clip_image002[6]Η ΣΥΝΤΑΓΗ
     
Υλικά:
▪ 500 γραμμάρια σιμιγδάλι ψιλό
▪ 600 γρ. γιαούρτι πλήρες (όχι στραγγιχτό)
▪ 500 γρ. ζάχαρη
▪ 1 κουταλιά γλυκού (γεμάτη) σόδα
▪ ½ κουταλάκι γλυκού μαστίχα κοπανισμένη
▪ αμύγδαλα ξεφλουδισμένα, όσα τα κομμάτια του γλυκού
▪ λίγο ελαιόλαδο ή βούτυρο, για το λάδωμα του ταψιού

Για το σιρόπι:
▪ 500 γρ. ζάχαρη
▪ 500 ml νερό (2 ποτήρια περίπου)
▪ 1 κουταλιά γλυκού χυμός λεμονιού
▪ 2 βανίλιες (ή φλούδα 1 λεμονιού ή ροδόνερο 1 κουταλιά, προαιρετικά)

Παρασκευή:

1. Κοπανίζουμε ή αλέθουμε στο μίξερ τη μαστίχα μαζί με μια κουταλιά ζάχαρη, για να μην κολλάει. Συγκεντρώνουμε όλα τα υλικά και τα τοποθετούμε με τη σειρά που θα τα χρησιμοποιήσουμε. Λαδώνουμε ένα ταψάκι, κατά προτίμηση παραλληλόγραμμο 25χ35 περίπου, και το πασπαλίζουμε με λίγο αλεύρι. 

2. Σε μια λεκάνη ρίχνουμε το γιαούρτι και τη σόδα κι ανακατεύουμε με το χέρι για λίγη ώρα. Προσθέτουμε τη ζάχαρη, τη μαστίχα και λίγο-λίγο το σιμιγδάλι, συνεχίζοντας το ανακάτεμα, μέχρι διαλυθεί η ζάχαρη και να ομογενοποιηθούν τα υλικά. Αδειάζουμε το μείγμα σε λαδωμένο πυρέξ ή μικρό ταψί (ύψος ζύμης 2-3 εκατοστά περ.). Αν δυσκολευόμαστε να στρώσουμε την επιφάνεια, χρησιμοποιούμε λίγο νερό. Μετά χαράζουμε ελαφρά την επιφάνεια σε ρομβοειδή ή τετράγωνα ή παραλληλόγραμμα κομμάτια και μπήγουμε 1 ξεφλουδισμένο αμύγδαλο στη μέση κάθε κομματιού ή σκορπάμε τα αμύγδαλα από πάνω χωρίς να το χαράξουμε.

3.Ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο, στους 200 βαθμούς Κελσίου, για 45΄ λεπτά της ώρας περίπου, μέχρι να ροδίσει. Τέλος, βγάζουμε το γλυκό από το φούρνο, το χαράζουμε ζεστό και το αφήνουμε να κρυώσει.

4. Στο μεταξύ, ετοιμάζουμε το σιρόπι ως εξής: Σε ένα κατσαρολάκι βάζουμε να βράσει το νερό και, όταν ζεσταθεί λίγο, ρίχνουμε τη ζάχαρη κι ανακατεύουμε για να λιώσει. Προσθέτουμε τη φλούδα λεμονιού και βράζουμε για 5΄ λεπτά περίπου από τότε που αρχίζει ο βρασμός. Αφού αφαιρέσουμε τον αφρό, ρίχνουμε στο τέλος τις βανίλιες και μια κουταλιά γλυκού χυμό λεμονιού για να μην ζαχαρώσει το σιρόπι, ανακατεύουμε και σβήνουμε τη φωτιά [Αν θέλουμε, αντί για βανίλιες, μπορούμε να αρωματίσουμε το σιρόπι προσθέτοντας λίγο λικέρ μαστίχα ή ένα ξυλάκι κανέλα και λίγα γαρίφαλα].

5. Περιχύνουμε το γλυκό με το σιρόπι καυτό, ρίχνοντας λίγο-λίγο με μια βαθιά κουτάλα, κι αφήνουμε το σάμαλι αρκετές ώρες να το απορροφήσει (κρύο το γλυκό ~ καυτό το σιρόπι).

6. Διατηρείται στο ψυγείο μία εβδομάδα περίπου, αρκεί να το κλείσουμε σε αεροστεγές σκεύος για να διατηρηθεί μαλακό.

Καλή Επιτυχία!
Αναστασία Σαμουρδάνη

Σημείωση: Η Αναστασία Σαμουρδάνη-Οικονόμου είναι συνταξιούχος φιλόλογος και κατοικεί μόνιμα στην Αγριά Βόλου. Ευχαριστώ την καλή μου φίλη για το νόστιμο γλυκό που με κέρασε (φωτογραφία) και την εύκολη συνταγή που, όπως μου είπε, της την έδωσε μία συνάδελφός της.

clip_image002[37]

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ ΣΑΜΑΛΙ

Το σάμαλι είναι σιροπιαστό γλύκισμα με σιμιγδάλι και γιαούρτι. Το σιμιγδάλι (μεσαιων. σιμιγδάλι < σεμιγδάλι < το σεμιδάλιον, υποκοριστικό του αρχ. ελλην. η σεμίδαλις) παράγεται από σπάσιμο του ενδοσπερμίου σκληρού σιταριού και κοσκίνισμα των κόκκων του, που προηγουμένως έχουν διαβραχεί και αποξηρανθεί. Έχει κίτρινο χρώμα και διακρίνεται σε ψιλό και χοντρό. Το ψιλό χρησιμοποιείται για γλυκίσματα, το χοντρό και για γλυκά αλλά κυρίως για παραγωγή ζυμαρικών.
     Το σάμαλι της συνταγής που σας δίνουμε θέλει μόνο ψιλό σιμιγδάλι. Σε πολλές όμως συνταγές του απαιτείται το σιμιγδάλι να είναι χοντρό, σε άλλες χοντρό και ψιλό σε αναλογία δύο τρίτα χοντρό και ένα τρίτο ψιλό. Το ψιλό του δίνει πιο λεπτή υφή, το χοντρό απορροφά καλύτερα το σιρόπι. Η παρασκευή του, ενώ είναι εύκολη, απαιτεί αρκετό χρόνο, γιατί πρέπει το σιμιγδάλι να απορροφήσει το σιρόπι.       
     Η λέξη "σάμαλι" ετυμολογείται από το τουρκ. amali"/ambali",που σημαίνει «από τη Δαμασκό» (Şam), γιατί θεωρείται γλυκό της Συρίας (Λεξικά Ανδριώτη, Παπάνη κ.ά., http://www.tastefull.gr/recipe/samali). Από εκεί έφεραν τη συνταγή στη Μικρά Ασία, στην Πόλη και στην κυρίως Ελλάδα.
     Όμως η ιταλική λέξη "sémola" (< λατ. "simila" < "semidalis" < αρχ. ελληνική "σεμίδαλις") και η αγγλική "semolina", που σημαίνουν σιμιγδάλι, μας παρακινούν να αναζητήσουμε και άλλη ετυμολογία, καθώς, λόγω τουρκοκρατίας, έχουμε την τάση να αποδίδουμε πολλά στους Τούρκους. Και η Συρία κάποτε ήταν επαρχία του βυζαντινού κράτους, εξέλιξη της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας που αρχικά είχε επίσημη γλώσσα τη λατινική. Υποθέτουμε λοιπόν ότι η λέξη "σάμαλι" είναι αντιδάνειο από την τουρκική amali"/ambali", που είναι δάνειο από τη λατινική"simila" και την ιταλική "sémola", λέξεις που προέρχονται από την αρχαία ελληνική "σεμίδαλις" και σημαίνουν σιμιγδάλι, το βασικό συστατικό του γλυκού. Επομένως, ερμηνεύοντας ελεύθερα τη λέξη σάμαλι, μπορούμε να πούμε πως σημαίνει «σιμιγδαλένιο γλυκό».
     Το πολίτικο σάμαλι έγινε ένα από τα δημοφιλέστερα γλυκίσματα, που το πουλούσαν με το κομμάτι πλανόδιοι σαμαλιτζήδες στους δρόμους, στους κινηματογράφους, στα σχολεία, παντού όπου συγκεντρωνόταν πολύς κόσμος. Συχνά παρασκευαστής του γλυκού ήταν ο ίδιος ο πλανόδιος πωλητής. Ως «γλυκό δρόμου», δεν έπρεπε να έχει υψηλό κόστος και ευπάθεια, γι’ αυτό δεν περιέχει αυγά όπως το ρεβανί. Σήμερα σπάνια θα συναντήσετε πλανόδιο σαμαλιτζή, όμως μπορείτε να βρείτε σάμαλι στο φούρνο της γειτονιάς.

clip_image002[1]

ΤΟ ΣΑΜΑΛΙ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Νίκου Τσιφόρου  «Τα Χριστούγεννα του Παεικιέλα»

     Τίποτα δεν γίνεται που να θυμίζει χειμώνα στο Πέραμα. Πάνε κι έρχονται «παφ πουφ» οι μπενζίνες, η θάλασσα παίρνει ένα χρώμα καραμέλα της μέντας, ξεροσταλιάζουνε στον χειμωνιάτικον ήλιο οι παράγκες των βράχων, κάθουνται με το κασκέτο στα μάτια να πιούνε λιακάδα οι ψαράδες. Είναι όλα ήσυχα, κοιμισμένα, τίποτα δεν περιμένει Χριστούγεννα, καμιά φορά κάποιο ασημόψαρο πηδάει μια στιγμούλα πάνω απ’ τη θάλασσα και φουμάρουνε καπνό από κάρβουνο κωκ οι λέβητες των καρνάγιων.
     Ο Παεικιέλας κάνει τσάρκες μέσα σ’ ένα βρώμικο πουκάμισο συμμαχικού φαντάρου. Θα ’τανε κάνας Τομ ή κάνας Τζιμ, ψηλόλιγνος, ξυλοπόδαρος πεζοναύτης που τα κοπάνισε δίχως άλλο μέχρι το τελευταίο του σέντσι κι ύστερα άφησε το πουκάμισο αμανάτι να πιει κι άλλο καναντέζικο βίσκυ, από κείνο το καφετί ξυλόπνευμα που σου γκρατσουνάει το λαρύγγι. Κι ο καταστηματάρχης πούλησε το πουκάμισο δυο παράδες, τώρα μαίηντ ιν Γιούζα, βρέθηκε να σκεπάζει τον Παεικιέλα και να μοιράζεται την τύχη του μαζί του στο Πέραμα. Κάνει μαζί του θελήματα, κουβαλάει ψαροκασέλες, λερώνεται με λάδια μοτοριού, που δήθεν πάει να τα επισκευάσει ο Παεικιέλας και τους βγάζει τα μάτια χειρότερα, κοιμάται στις βρώμικες γωνιές της παράγκας του, πότε-πότε αρωματίζεται και με ούζα, γιατί, να την πούμε την αλήθεια του Θεού, ο Παεικιέλας άμα έχει τίποτα δίφραγκα, πολύ το γουστάρει να πίνει τα καραφάκια του και να τραγουδάει φάλτσα το «κορίτσι που θέλει θάλασσα» και την «πικροκυματούσα». Άλλα δεν ξέρει.
     Όμως, απάνω στους ανθρώπους όλα ετοιμάζουνται για Χριστούγεννα. Σφάζουνε κούρκους, στολίζουνε ελάτια με μπαμπάκι και λιλιά χρωματιστά, οι νοικοκυρές ψένουνε φοινίκια και κουραμπιέδες και γυαλίζουνε το παρκέ τους με κερί και με νέφτι. Χαίρεται η φύσις όλη, κατεβάζει η Πάρνηθα ένα αεράκι ξουραφάτο, αντιπαθητικό, καθόλου δεν πάει με την λιακάδα, λυσσάξανε και τα παιδιά με τα τρίγωνα και τα τουμπερλέκια, «να τα πούμε;» «τρομάρα να σας έρθει το σπάσατε πια το κουδούνι». Σαματάς, κακό, φασαρίες, όλοι να γελάνε, καμιά φορά περνάει και καμιά κηδεία και κάνει παραφωνία στο σκηνικό, πήγε ο βλάκας να πεθάνει Χριστουγεννιάτικα και να χαλάσει το κέφι του κόσμου, όμως όλα τ’ άλλα είν’ όμορφα, ακόμα κι οι ζητιάνοι κάνουνε καλήν είσπραξη, μέρα που ’ναι, καθένας θυμάται τα πεθαμένα του και δίνει τις δεκάρες του προς ανακούφισιν της πασχούσης ανθρωπότητος.
     Καθόλου δεν τα εχτιμάει τα Χριστούγεννα ο Παεικιέλας. Όλα είναι κλειστά, βρίσκεις κουτούκι να βρέξεις το λαρύγγι σου, οι ψαράδες χάνουνται και πάνε στα γιατάκια τους να κουρνιάσουνε με τα πιτσιρίκια τους, το σούρουπο πέφτουνε οι σπηλιάδες να καμουτσικιάνουνε το πέλαγος που γίνεται σκούρο, και μονάχα οι γλάροι αλητεύουνε και ψάχνουνε να ξεμοναχιάσουνε κάνα ψάρι. Έτσι έγινε και πέρσι και πρόπερσι κι όλα τα χρόνια, απελπισία υπόθεση, να πέφτει ο ήλιος μέσα στα φλοκάτα τα σύννεφα και σένα να σφίγγεται η καρδιά σου μέχρι που να σε πιάνει το κλάμα.
     Παραμονή σήμερα, απλώσανε τα δίχτυα τα γριγριά, κατεβάσανε τα καραβόπανα οι ψαροπούλες, χάθηκε ο κόσμος από την πιάτσα, ακόμα και τα καρνάγια σβήσανε τα φουγάρα τους και αφήσανε την αργατιά να φύγει από τα εφτά μεσημέρια. Ο Παεικιέλας δεν έχει τάλιρο, δεν έχει κι άλλη ελπίδα να κονομήσει και καταλαβαίνει πως του χρειάζεται οπωσδήποτε το παραδάκι, πώς θα την βγάλει στεγνά αύριο και πού θα την βολέψει κούτσουρο μονάχος, δίχως να πιει πέντε καραφάκια και να κάνει κεφάλι για να πάει για ύπνο. Σήμερα μήτε μοτόρι χαλάει, μήτε ψάρι κουβαλάνε, μήτε δουλειά του ποδαριού, απελπισία και μαυρίλα, λες και για τον Παεικιέλα πήγε να κάνει τέτοιαν ζημιά ο Χριστός και να γεννηθεί για τις αμαρτίες του.  Τα σκεφτότανε λοιπόν τούτα όλα ο Παεικιέλας και πήγαινε να του στρίψει.
     Όμως έξυπνο αγόρι, της πιάτσας την έκανε την κομπίνα του. Μπήκε στου Ταβούση το μαγαζί, «Παντοπωλείον και όλα τα είδη της ψαρικής».
     — Μπονζούρ, κύριε Ταβούση, Χρόνια Πολλά και για βερεσέ δεν έρχουμαι.
     Κοίταξε πάνω από τα γυαλιά του ο μοσσιέ Ταβούσης, καθόλου δεν τον εκτιμούσε τον Παεικιέλα κι είχε και το νου του μην του σουφρώσει τίποτες πράμα.
     — Θέλω δανεικό ένα τρίγωνο, μοσσιέ Ταβούση.
  Τι τρίγωνο;
     — Από κείνο που λένε τα κάλαντα. Ο μοσσιέ Ταβούσης μπορεί να ’χε και τίποτις τρίγωνα, απ’ όλα τα καλά είχε το κατάστημα, μόνο κέφια δεν είχε.
     — Άσε μας πρωί-πρωί, Χριστιανέ μου.
Ο Παεικιέλας ρούφηξε τη μύτη του.
     — Να σου πω μια κουβέντα, μοσσιέ Ταβούση. Όχι δηλαδής από κακό, αλλά να! Καμιά φορά έρχεσαι ν’ ανοίξεις και βρίσκεις το πρωί τα τζάμια σου σπασμένα. Και λοιπόν, έτσι και μου δώσεις εμένα δανεικό ένα τρίγωνο, θα στο προσέχω το κατάστημα και κανένας δε θα σου τσακίσει το τζάμι. Ενώ έτσι και δε μου δώσεις μπορεί αύριο να μη βρεις τζάμι για τζάμι γερό κι άντε να ψάχνεις τους αλανιάρηδες που τα σπάσανε. Με κατάλαβες;
     Κατάλαβε ο μοσσιέ Ταβούσης και ήξερε καλά ότι, άμα δε δώσει τρίγωνο, ο ίδιος ο Παεικιέλας θα του κάνει τη βιτρίνα θρύψαλο. Γι’ αυτό χαμογέλασε κι έδωσε και μια στράκα του μικρού.
     — Άντε να δεις, ρε άτιμο, έχουμε κάνα τρίγωνο κάτου στας αποθήκας;
     Τον κέρασε και τον Παεικιέλα μια μαστίχα, διά τα «έτη σας πολλά και του χρόνου νοικοκυρεμένος και κατά πώς ’πεθυμείτε». Έφερε κι ο μικρός ένα τρίγωνο σκουριασμένο, καλό ήτανε, καμπανάτο, μ’ ένα καρφί μεγάλο έκανες τη δουλειά σου, του ’δωσε και τέσσερα τσιγάρα της κούτας για το δρόμο.
     Πήρε το δρόμο τον ανήφορο ο Παεικιέλας, κούρντισε την αγριοφωνάρα του και βάρεσε τις πόρτες.
     — Να τα πούμε;
     Τον γαυγίζανε τα σκυλιά, τον αγριέψανε οι νοικοκυρές, του κλείσανε τις πόρτες, όμως ήτανε και σπίτια που του δώσανε φράγκο. Φράγκο στο φράγκο, σπίτι και μαγαζί, μέχρι το βράδυ μάζεψε παρακαλώ εκατόν σαράντα ο Παεικιέλας. Εκατόν σαράντα ωραίες, κουδουνιστές και καινούριες. Μεροκάματο βασιλικό, μήτε πρόεδρος σε δικαστήριο δεν το παίρνει και ζήτημα είναι να το βγάζει κι εφοπλιστής με βενζινάκι δικό του.
     Ο Παεικιέλας, τζέντλεμαν και ιππότης, πέρασε το πρώτο από του μοσσιέ Ταβούση να παραδώσει το τρίγωνο και το καρφί. Είπε «φχαριστώ και του χρόνου», πλέρωσε ένα πακετάκι ανήλικο που χρώσταγε από το καλοκαίρι και πήρε να κατηφορίσει κατά τα ουζάδικα που μυρίζανε λιαστό χταποδάκι.
     Κάτου τα μαγαζιά ανάβουνε τα πρώτα φώτα, πάνου ψηλά παγώνανε τα φώτα των δειλών αστεριών. Ο Παεικιέλας συλλογιζότανε τι θα κάνει το θησαυρό του. Ούζο κατά πρώτον, να αγαλλιάσει ο σταφυλίτης του. Ύστερον μάσες τρελές, μέχρι ψητό με σαλάτα. Ύστερον τσιγάρο και μάλιστα θα το ’φτανε και μέχρι γλυκό. Μέχρι γλυκό. Να καταλάβει επιτέλους κι αυτός Χριστούγεννα και να το γλεντήσει μέχρι αηδίας. Κι άσε και την άλλη μέρα που μπορεί να πήγαινε και στο φουτμπόλ.
     Μήτε γατί ήτανε μήτε άλλο ζωντανό κείνο που πετάχτηκε μπρος στα πόδια του. Ο Παεικιέλας κοίταξε καλά και κατάλαβε. Μάλιστα! Παιδί ήτανε! Ένα τόσο δα κατσούλικο αγοράκι, βρωμιάρικο κι ελεεινό και κακοπιασμένο. Πήγε να το πατήσει, όμως το μικρό γαντζώθηκε στα ποδάρια του κι άρχισε την κλάψα.
     — Κάνε μια βοήθεια, αφεντικό.
     Του ’ρθε να σκάσει στα γέλια του Παεικιέλα. Ακούς αφεντικό! Του ’ρθε να γελάσει, μα κοίταξε το αγοράκι και του κόπηκε το γέλιο στο στόμα.
  Τι θες, ρε μπαγάσα;
     — Μια βοήθεια.
     Σάμπως τον πήρε μια πικράδα στο στόμα τον Παεικιέλα. Άκου βοήθεια ένα πράμα τόσο δα μέσα στο σούρουπο; Είπε να του δώσει μια ξανάστροφη να το διώξει, ύστερα είδε στη γωνιά έναν που πούλαγε σάμαλι, φράγκο και κομμάτι, και το πήρε από το χέρι.
     Πάμε να σε κεράσω ένα σάμαλι!
     Έτρωγε το σάμαλι ο πιτσιρίκος και κοίταζε τον Παεικιέλα με κάτι μάτια τόσα γουρλωμένα, μεγάλα, άναψε τσιγάρο ο Παεικιέλας και μάθαινε πως έχει ο μικρός μια μάνα και τρία αδερφάκια μικρότερα που τα δέρνει η φτώχεια κι η πείνα. Του φάνηκε το λοιπόν παράξενο, κι ας πείναγε σ’ όλη του τη ζωή ο Παεικιέλας, του φάνηκε παράξενο να βρίσκουνται άνθρωποι και να σκυλοπεινάνε και κείνος να ’χει στην τσέπη του δραχμάς εκατόν τριάντα πέντε και κάτι ψιλά. Ύστερα συλλογίστηκε το ούζο, τον ήλιο που θα βασίλευε, τους γλάρους που θα πετάγανε μέσα στην σκούρα μελαγχολία των οριζόντων κι είδε και πέρα στην αγορά να παίζουνε οι κλαπαδόρες και να κρέμουνται τα σφαγμένα κοτόπουλα. Ρούφηξε το λοιπόν τη μύτη του και πήρε τον μικρόν απ’ το χέρι. 
     — Για ’λα μαζί μου.   
     Μια ώρα γυρίζανε ο Παεικιέλας και ο μικρός. Κι ύστερα βρεθήκανε με φορτωμένα τα χέρια, και κρέας και πατάτες και βούτυρο και λάδι και λαχανικά και απ’ όλα, μέχρι δηλαδή πορτοκάλια είχανε. Τέσσερις δραχμές για τσιγάρα του μείνανε του Παεικιέλα, σκέφτηκε όμως τα μικρά τ’ αδερφάκια και τις έδωσε κι αυτές να πάρει τρία μπαλόνια χρωματιστά, διότι το παιδάκι όσο να ’ναι το θέλει και το μπαλόνι του…  
     Χριστούγεννα, λιακάδα, άνθρωποι με τα καλά τους που βγήκανε περίπατο. Κι ο Παεικιέλας να κάθεται έξω απ’ το φτωχόσπιτο και να παίζει με τα παιδάκια και τα μπαλόνια του, χορτάτος κι ευχαριστημένος. Βέβαια δεν έφαγε πολύ, να φαν τα παιδιά και του ’λειπε το τσιγάρο. Όμως ένοιωθε ευχαριστημένος που γεννήθηκε ο Χριστός, κι ας μην καταλάβαινε καλά-καλά για ποιο λόγο γεννήθηκε, και για πρώτη του φορά ο Παεικιέλας δεν μελαγχόλησε από το δειλινό πέταγμα των γλάρων, που είναι το κάτου-κάτου πουλιά και δεν καταλαβαίνουνε από Χριστούγεννα κι από τίποτες, μόνο κοιτάνε να γεμίσουνε τη γούλα τους…

(Πηγή: Διήγημα του Νίκου Τσιφόρου. http://www.palinodiae.com/nikos-tsiforos/, από το περιοδικό «Ο Φαρφουλάς», τεύχος 17, Μάιος (Άνοιξη-Καλοκαίρι) 2014. Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Σατυρική Πρωτοχρονιά» του 1961)