Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΥΡΣΙΝΗ

24 Σεπτεμβρίου: Εορτή Παναγίας Μυρτιδιώτισσας
ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΥΡΣΙΝΗ

Δίστιχα Λέσβου:

Επαινετικά:
Μυρσίνη χρυσοπράσινη, της εκκλησιάς στολίδι,
χωρίς εσέ δε γίνεται κανένα πανηγύρι.

Άγγελοι σε βαφτίσανε κι η Παναγιά νονά σου,
γι’ αυτό και σου το είπανε Μυρσίνη τ’ όνομά σου. 

Ψηλής μυρτιάς μυρτόφυλλο, πράσινης δάφνης φύλλο,
άσπρη στρογγυλοπρόσωπη και θάμπωσες τον ήλιο.

Ψηλή λιγνή σα μυρσινιά, τ' Αγιού Γιωργιού στολίδι,
χώρις ισέ δε γίνιτι κανένα παναγύρι.

Όποιος περάσει από μυρτιά και δεν κόψει κλωνάρι
τη νιότη του να μη χαρεί, κι ας είναι παλικάρι.

Γάμου:
Σαν μυρσινιά στολίστηκες μέρσινα το χειμώνα
και πήρες την αγάπη σου με τα γλυκά σου λόγια.

Αγάπης:
Σαν αποθάνω, βάλτε μου στον τάφο μου μυρσίνη
και πείτε στην αγάπη μου πως πέθανα για κείνη.

(Από συλλογή Μυρσίνης Βουνάτσου)

Δίστιχο Σύρου:
Αντέτι είν' της μυρσινιάς, χλωρή - ξερή μυρίζει,
αγάπη χώρις σκάνταλα ποτέ δεν ξεχωρίζει.

  
Μαντινάδες Κρήτης:
Άσπρης μυρθιάς μυρτιόφυλλο, πράσινης δάφνης φύλλο,
εσύ ’σαι που γεννήθηκες ομάδι με τον ήλιο.

Με τι σε πότισαν, μυρτιά, και βγάζεις τέτοια κλώνια,
σε συζητάνε τα πουλιά και σου λαλούν τ’ αηδόνια.

Άσπρης μυρτιάς μυρτιόφυλλο και μαντζουράνας φύλλο,
δυο  λόγια θέλω να σου πω, μα τον καιρό δε βρίνω.

Δάφνη, μυρτιά κι αζίλακα φύτεψα στην καρδιά μου,
για να κοιμάσαι στη σκιά μέσα στην αγκαλιά μου.

Σαν τη μυρτιά που διατηρεί το πράσινό της χρώμα,
έτσι κι εγώ θα σ' αγαπώ, μέχρι να μπω στο χώμα.

Θα κόψω δάφνες και μυρτιές από τον Ψηλορείτη,
να στεφανώσω τους νεκρούς που δόξασαν την Κρήτη.

      
Δίστιχο Κάσου:
Μυρτιά μου χρυσοπράσινη, τα μύρτα φορτωμένη,
τα μύρτα και τα λούλουδα και τα φλουριά ζωσμένη. 

(Πηγή: Συλλογή Μ. Αλεξιάδη)
          
Δημοτικά τραγούδια Έβρου:

Νανούρισμα Σουφλίου:
Παιδάκι μου στην κούνια σου τρία δέντρα θα φυτέψω. 
Το ’να να λένε μυρσινιά, τ’ άλλο να λένε δάφνη, 
το τρίτο το καλύτερο τριανταφυλλιά με τ’ άνθη.
Να σειεί άνεμος τη μυρσινιά κι η μυρσινιά τη δάφνη
κι η δάφνη την τριανταφυλλιά, να σε ραντίζουν τ’  άνθη.


Αποκριάτικο τραγούδι Λυκόφωτος Έβρου:
Αχ τεπέ* μου που τραγουδείς της λευτεριάς τραγούδια
που τα κορίτσια αγαπούν του κάμπου τα λουλούδια.
Εκεί να βάλω να μου πουν του Δήμου το τραγούδι
ν’ ανοίξει η καρδούλα μου σαν μυρσινιάς λουλούδι.

(Πηγή: Εργασία Άννης Τιάμαρου, http://www.tosoufli.gr/likofi.html - *τεπές = χοντρό ξύλο μ’ ένα πανί δεμένο στην άκρη. Αυτό το τραγούδι τραγουδούσανε και χορεύανε τα παιδιά τις Απόκριες και σε άλλες γιορτές)


Ποιήματα από Ανθολογία:


(Πηγές: Κοκκινάκης Κ. Δημήτριος, «Πανελλήνιος νθολογία, τοι πάνθισμα τν κλεκτοτέρων ελληνικν ποιημάτων», κ το Τυπογραφείου . Ζ. Διαλησμ, ν θήναις 1899, σελ. 612-614 και http://www.greek-language.gr/greekLang/literature/anthologies/scanned/kokkinakis/index.html?start=608&&show=1&show=1&show=1)



(Πηγές: Κοκκινάκης Κ. Δημήτριος, «Πανελλήνιος νθολογία, τοι πάνθισμα τν κλεκτοτέρων ελληνικν ποιημάτων», κ το Τυπογραφείου . Ζ. Διαλησμ, ν θήναις 1899, σελ. 498-499 και http://www.greek-language.gr/greekLang/literature/anthologies/scanned/kokkinakis/index.html?start=494&&show=1&show=1&show=1)

*****

Περισσότερες πληροφορίες και τραγούδια για τη μυρτιά και το όνομα Μυρσίνη στο:


Χρόνια Πολλά
στη Μυρσίνη, στη Μύρτα, στη Μυρτώ

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

ΡΑΦΑΗΛ Ν. ΧΡΥΣΑΦΗΣ

   ΡΑΦΑΗΛ Ν. ΧΡΥΣΑΦΗΣ (1990 - 2016)
                                                                                                                         
Καμιά φορά ο θάνατος χαράζει το σημάδι του πριν ακόμα γεννηθεί κάποιος. Μια μικρή διορία του δίνει, όσο μια ανάσα, κι έπειτα του κόβει τη χαρά της ζωής. Πώς να μην απελπιστεί επομένως ο άνθρωπος που θέλει να ζήσει υγιής και ν’ απολαύσει τις χαρές της ζωής, όταν απ’ τη γέννησή του γνωρίζει πως πρέπει ν’ αγωνίζεται καθημερινά για να διατηρήσει το δικαίωμα να ζει;
Ο Ραφαήλ, γιος του συγχωριανού μας Νικόλα Εμμ. Χρυσάφη και της Χριστίνας Φεργαδιώτου-Χρυσάφη, γεννήθηκε το 1990 στο Παλαιοχώρι. Τον βάφτισαν Ραφαήλ, για να είναι προστάτης του ο Άγιος Ραφαήλ. Παιδί καλοσυνάτο, ήσυχο και αξιαγάπητο, πάλευε με τη μάστιγα της μεσογειακής αναιμίας από τότε που γεννήθηκε. Στα είκοσι έξι χρόνια της ολιγόχρονης ζωής του έκανε πολλούς φίλους στο Παλαιοχώρι και στο Πλωμάρι, όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια. Αγάπησε πολύ το χωριό, γι’ αυτό κι όταν πλησίαζε το τέλος του οι φίλοι του τον έφεραν στο Παλαιοχώρι και τον γύρισαν σ’ όλες τις γειτονιές, να το δει για τελευταία φορά.
Άραγε, οι εικόνες αγαπημένων προσώπων και τόπων μάς ακολουθούν στον άλλο κόσμο ή σβήνονται σε σκοτάδι ανυπαρξίας; Ποτέ δεν θα μάθουμε όσο είμαστε ζωντανοί. Μόνο να θρηνούμε μπορούμε για τον αποχωρισμό από τον αγαπημένο νεκρό, σαν την Αγάθη Χρυσάφη, γιαγιά του Ραφαήλ, που έκανε τον πόνο της μοιρολόι και καταγγελία του Χάρου που της στέρησε το αγαπημένο της εγγόνι…

Όλα για το Ραφαήλ Ν. Χρυσάφη
από τη γιαγιά του Αγάθη Εμμ. Χρυσάφη                                                                                                                             
Σ’ αυτό το μνήμα το βουβό, τ’ αραχνιασμένο χώμα,
πώς, Ραφαήλ, εθάφτηκες απίστευτό ’ναι ακόμα.

Περνώ, φωνάζω, δεν μ’ ακούς και μόνη ψιθυρίζω,
πάνω στα έρημα βουνά σαν τα πουλιά γυρίζω.

Μάταιο είναι να σε βρω, να σε σφιχταγκαλιάσω,
ο Χάρος μας εχώρισε, μάνα, πατέρα κι αδελφές
και την καλή γιαγιά σου.

Πάντα με τ’ αχ βραδιάζομαι και με το βαχ κοιμούμαι,
μερόνυχτα, αγάπη μου, εσένα συλλογούμαι.

Σε σήκωναν και σ’ έβαζαν στην πόρτα του σπιτιού σου,
μόλις σε βάλαν καταγής, έχασες τη ζωή σου.

Όλοι οι περίφημοι γιατροί χαθήκανε για σένα,
που ’γιαίνανε κρυφές πληγές και σπλάχνα πληγωμένα.

Ούτε γιατροί σε γιάτρεψαν, ούτε οι Αγιοί βοηθούνε,
ο Χάρος ήταν ο γιατρός, δεν θα σε ξαναδούμε.

Έρημη πλάκα σκέπασε το άμοιρο κορμί σου
και δεν μπορείς να ξαναδείς ούτε και τους γονείς σου.

Το άχαρο κορμάκι σου, το όμορφό σου σώμα
θα το χαρεί η μαύρη γη, το νεκρικό το χώμα.

Χάρε, πώς απεφάσισες και πήρες τέτοιο σώμα
και το ’βαλες στη μαύρη γη, και θα το φά’ το χώμα;

Ο τάφος δεν σου ταίριαζε, τ’ αραχνιασμένο μνήμα,
που βάλαν το κορμάκι σου σ’ αυτή την ηλικία.

Οι φίλοι σου σε αγαπούν, έρχονται κάθε βράδυ,
σήκω και κάθισε μαζί και φύγε απ’ το σκοτάδι.

Και η μανούλα σου η χρυσή κι οι δυο οι αδελφές σου
πηγαίνουν κι έρχονται συχνά, ίσως σε ξαναδούνε.

Και η γιαγιά σου η καλή, μαζί με τον μπαμπά σου
πηγαίνουν κι έρχονται μαζί, να τ’ς έχεις συντροφιά σου.

Ρίξε το χώμα απ’ τη μια, την πλάκα απ’ την άλλη
και σήκω και περπάτησε, σαν που ’σουν παλικάρι.

Χάρε σκληρέ και άπονε, έκανες αδικία
και πήρες το κορμάκι του σε τέτοια ηλικία.

Ορφάνεψα και έμεινα σαν το νερό στ’ αυλάκι,
όπου στερεύει το νερό και μένουν πέτρες κι άμμοι.

Ο Χάρος ήταν ο γιατρός κι ο τάφος ησυχία,
ο ζωντανός ο χωρισμός είναι απελπισία.

Ο χωρισμός κι ο θάνατος είναι το ίδιο πράμα,
μηδέ βοτάνια πιάνουνε, μηδέ τ’ Αγιών το τάμα.

Τραγούδι κάνω τον καημό, τον πόνο σου να σβήσω,
γιατί το ξρω δεν μπορώ πίσω να σε γυρίσω.

     Πάντα θα σε θυμόμαστε, η γιαγιά σου Αγάθη

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

ΠΛΕΚΤΑ ΦΟΡΕΜΑΤΑΚΙΑ ΜΥΡΣΙΝΟΥΛΑΣ


Η Μυρσινούλα Αποστόλου μας δείχνει τα φορεματάκια που της έπλεξε η μαμά της


Τον Αύγουστο κάναμε στο Παλαιοχώρι την Έκθεση Δαντέλας που από τις αρχές του 2014 προετοιμάζαμε [Θα γράψουμε γι’ αυτήν αργότερα]. Από τις πρώτες επισκέπτριες η Ανίλα Λέτι-Αποστόλου από την Αλβανία, σύζυγος του συγχωριανού μας Γιώργου Απ. Αποστόλου, μητέρα τριών παιδιών. Κρατούσε στα χέρια της ένα χαριτωμένο κοριτσάκι με λευκό βαμβακερό πλεκτό φορεματάκι, που σε λίγες μέρες θα βαφτιζόταν Μυρσινούλα, το όνομα της μακαρίτισσας μητέρας του Γιώργου. Η Ανίλα μας είπε ότι πλέκει κι η ίδια με βελονάκι. Της ζητήσαμε να φέρει στην Έκθεση πλεκτά της, καθώς κι ένα πλεκτό φορεματάκι. Ανταποκρίθηκε με προθυμία και ευχαρίστηση. Κι εμείς χαρήκαμε, γιατί μας δόθηκε η ευκαιρία να δείξουμε πως δεν τη θεωρούμε ξένη στο χωριό μας. Μετά ακολούθησε η φωτογράφηση της Μυρσινούλας με δυο πλεκτά φορεματάκια της, που τα σχέδιά τους τα ξεσήκωσε η Ανίλα από εργόχειρο της πεθεράς της. Πριν αναχωρήσουμε τις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη, μας έδειξε μισοτελειωμένο το πέμπτο πλεκτό φορεματάκι της Μυρσινούλας.
     Παρακάτω δημοσιεύουμε φωτογραφίες της νεοφώτιστης Μυρσινούλας με δυο από τα πέντε πλεκτά φορεματάκια της σε αρκετές πόζες, για να μπορέσετε να δείτε τις λεπτομέρειες της πλεξιάς και να τα πλέξετε κι εσείς, αν θέλετε…          


  

     
  
 
 
 
 

 
 
 

Το πρώτο πλεκτό φορεματάκι, δώρο φίλης της Ανίλας, μόλις γεννήθηκε η Μυρσινούλα. Η φωτογραφία είναι από την Έκθεση Δαντέλας που κάναμε 16-21 Αυγούστου 2016 στο Παλαιοχώρι. Από κάτω καρέ που είχε πλέξει η αείμνηστη γιαγιά της, η Μυρσινούλα Αποστόλου, μητέρα του Γιώργου.


Καλοφόρετα τα όμορφα πλεκτά φορεματάκια!

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

"ΤΟ ΟΡΦΑΝΟ" ~ ΠΟΙΗΜΑ ΕΙΡΗΝΗΣ ΓΑΝΩΣΗ

"Καλή Σχολική Χρονιά 2016-2017"
Σκοπός του Σχολειού να μας διδάξει γνώσεις και ανθρωπιά   


Ένα ποίημα που απήγγειλε στο Δημοτικό Σχολείο
η Ειρήνη Κουραχάνη-Γανώση

Θυμάστε κάποιο ποίημα από το Δημοτικό σχολείο; Παλαιότερα, στο Παλαιοχώρι, άκουγες γέροντες και γερόντισσες να απαγγέλλουν χωρίς κανένα λάθος ποιήματα από τα σχολικά τους χρόνια. Στείλτε κι εσείς τα σχολικά απομνημονεύματά σας, να τα δημοσιεύσουμε.  

Το παρακάτω ποίημα μας έστειλε πριν λίγα χρόνια από το Παλαιοχώρι η Ειρήνη Κουραχάνη-Γανώση, χήρα Γεωργίου Γρ. Γανώση. Το θυμόταν από τα χρόνια του Δημοτικού σχολειού, μαζί με άλλα πολύστιχα ποιήματα και ιστορίες. Δυστυχώς, σήμερα την έχει εγκαταλείψει η μνήμη, αν και θα ήταν ενδιαφέρον να της ζητήσει κάποιος να του απαγγείλει το ποίημα "Το ορφανό"… 

Το ποίημα είναι ανώνυμο, δημιούργημα μάλλον κάποιου ευαίσθητου δασκάλου, με παιδαγωγικό περιεχόμενο. Αναφέρεται στα κοινωνικά προβλήματα της ορφάνιας και της απόλυτης φτώχειας και διδάσκει την αλληλεγγύη που πρέπει δείχνουμε από μικρή ηλικία στους συνανθρώπους μας που πάσχουν. Όταν λείπει το ψωμί, όταν μικρά παιδιά πεινούν ακόμα και σήμερα…   

  
                               Το ορφανό

                                      Μία μέρα ένα παιδάκι
                                      πήγε πάνω στο βουνό
                                      να μαζέψει χορταράκια,
                                      επειδή ήταν ορφανό.

                                      Εκατέβαινε να φύγει,
                                      βρίσκει μπρος του άλλα παιδιά
                                      που ’χαν άνθη μαζεμένα
                                      το καθένα στην ποδιά.

                                      Πέστε μου καλά παιδάκια,
                                      μην μου κρύψετε, ω! μη,
                                      τι έχετε μες στην ποδιά σας,
                                      μήπως έχετε ψωμί;

                                      Άνθη έχουμε, παιδί μου,
                                      μαζεμένα απ’ το βουνό.
                                      Δεν μας λες γιατί δακρύζεις,
                                      μήπως είσαι ορφανό;

                                      Έχω ορφάνια από πατέρα,
                                      η μαμά μου μόνο ζει,
                                      κάποτε έρχεται στα χόρτα
                                      και τα βγάζουμε μαζί.

                                      Αυτά τρώμε για ψωμάκι
                                      κι από πάνω το νερό,
                                      αυτά τρώει και κοιμάται
                                      το μικρό μας το μωρό.

                                      Ο μικρότερος του λέει
                                      στάσου τώρα μια στιγμή,
                                      εις το σπίτι μου να πάω,
                                      να σου φέρω εγώ ψωμί.

                                      Τρέξε μου, καλό παιδάκι,
                                      τρέξε, μην αργοπορείς,
                                      το καλό που θα μου κάνεις
                                      από άλλον θα το βρεις.

                                      Τι καλά παιδάκια που είστε,
                                      φαίνεστε τόσο σεμνά,
                                      έτσι πάντοτε λυπείστε,
                                      όταν δείτε ορφανά.

Πίνακας Νικολάου Γύζη - Τα ορφανά (1871)