Σάββατο, 9 Απριλίου 2016

ΑΣ ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΜΕ ΤΟΥΣ ΑΣΤΕΓΟΥΣ…


ΔΕΚΑ ΧΑΪΚΟΥ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΑΣΤΕΓΟ

Κοιμάται η γη.
Ξαγρυπνά ο άστεγος,
το έρμο πουλί.

Σπίτι ο δρόμος
στην οδό της ερημιάς
εγκατάλειψη.

Άγρια νύχτα
παγωνιά και αγέρας,
πού να κουρνιάσω;

Αγέρας κρύος,
σπουργιτάκι του δρόμου,
σε δέρνει σκληρά.

Το μεσονύχτι
χλωμό φεγγάρι
σου λέει παραμύθια.

Μες στο σκοτάδι
την παλιά ευτυχία
φέρνει στο νου του.

Το φεγγαράκι
ακούει του άστεγου
το παραμύθι.

Η πόρτα έκλεισε.
Άστεγος απόμεινε
ο εγωισμός.

Κοιμάται η γη.
Σε δρόμου γωνιά κουρνιάζει
το έρμο πουλί.

Κοιμάσαι κι εσύ.
Σε δρόμου γωνιά κλαίει
το έρμο πουλί.


Με δέκα χαϊκού διάλεξα να σας θυμίσω πως στους δρόμους της Αθήνας βρίσκονται πολλοί άστεγοι συνάνθρωποί μας. Τους έχουν εγκαταλείψει οι συγγενείς, οι φίλοι, το κράτος. Είναι άνθρωποι χωρίς σπίτι, χωρίς αγάπη, χωρίς αναγνωρίσιμη ταυτότητα, χωρίς ελπίδα. Τους προσπερνάμε, λες κι είναι αόρατοι. Κανείς δε ρωτά το όνομά τους· είναι οι Άστεγοι. Κι αν κάποιος περαστικός τους ρωτήσει καμιά φορά, εκείνοι ντρέπονται να το πουν. Πίσω απ’ τον καθένα κρύβεται μια ιστορία ζωής που θα μπορούσε να είναι η δική μας ιστορία. Στη θέση τους μπορεί να βρισκόμασταν ή να βρεθούμε στο μέλλον κι εμείς. Είναι οι εσταυρωμένοι της πόλης χωρίς ελπίδα ανάστασης. Οι σταυροί του μαρτυρίου τους στέκουν αόρατοι μοναχά απ’ όσους δεν βλέπουν με σεβασμό και επιείκεια τον ανθρώπινο πόνο.
    Ας μην τους ξεχνάμε…
Μυρσίνη Βουνάτσου
                            Αθήνα, Απρίλης 2016

ΚΥΡΙΑΖΗΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ~ ΣΤΗΝ ΑΡΕΤΣΟΥ

Αναδημοσίευση  από την Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ Μυτιλήνης
  
Χρονογράφημα
Σάββατο 9 Απριλίου 2016   Αριστείδης Κυριαζής: aristeidis2007@gmail.com
εικόνα

Τετάρτη, 6 Απριλίου 2016

ΣΥΝΘΗΚΗ ΓΕΝΕΥΗΣ 1951 ΓΙΑ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Πρόσφυγες ~ Συνθήκη της Γενεύης 1951

Το προσφυγικό πρόβλημα έχει αναδειχθεί ως μείζον κοινωνικό και πολιτικό κι έχει προστεθεί στα πάμπολλα δεινά που μαστίζουν την πατρίδα μας τα τελευταία χρόνια. Οι Έλληνες, που από το 2010 βρισκόμαστε στα όρια οικονομικής ασφυξίας και διαρκών ταπεινώσεων από τους ίδιους τους Ευρωπαίους εταίρους μας, στέκουμε αμήχανοι απέναντι σε χιλιάδες πρόσφυγες-θύματα βομβαρδισμών από αλλότριες ιμπεριαλιστικές χώρες και εμφυλίων σπαραγμών, προβληματισμένοι και φοβισμένοι από τους κινδύνους που απειλούν την ελληνική κοινωνία και την εθνική ακεραιότητα της Ελλάδας. Πατρίδα και παγκόσμια ειρήνη, σεβασμός ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ανθρωπισμός είναι ύψιστες αξίες για τους λαούς.
    
Διαβάστε τι ορίζει η Συνθήκη της Γενεύης 1951 για τους πρόσφυγες, για να μπορείτε να κατανοείτε όσα συμβαίνουν και να ερμηνεύετε όσα μας μέλλονται…
 
clip_image002
clip_image004
image
clip_image006
clip_image008
clip_image010
clip_image012clip_image014
clip_image016
clip_image018
clip_image020
clip_image022
clip_image024
clip_image026
clip_image028
clip_image030
clip_image032
clip_image034
clip_image036
clip_image038
clip_image040
clip_image042
clip_image044
clip_image046
clip_image048
clip_image050
clip_image052
clip_image054


(Πηγές:
Περισσότερα:


*****

Σύμβαση της Γενεύης του 1951: Ερωτήσεις και Απαντήσεις

Η διαδικασία της εφαρμογής ενός σώματος διεθνούς δικαίου, συμβάσεων και αρχών για την προστασία των προσφύγων, ξεκίνησε στις αρχές του 20ού αιώνα από την Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ), τον προκάτοχο των Ηνωμένων Εθνών. Κορυφώθηκε δε στις 28 Ιουλίου του 1951, όταν η Γενική Συνέλευση ενέκρινε τη σχετική με το Καθεστώς των Προσφύγων Σύμβαση. Η Σύμβαση καθορίζει ακριβώς το ποιος είναι ο πρόσφυγας και το είδος της νομικής προστασίας ή άλλης παροχής, καθώς και των κοινωνικών δικαιωμάτων που αυτός ή αυτή οφείλει να λάβει από τα κράτη που υπέγραψαν το έγγραφο. Επίσης, καθορίζει τις υποχρεώσεις του πρόσφυγα στις χώρες υποδοχής και ορίζει συγκεκριμένες ομάδες ατόμων, όπως οι τρομοκράτες, που δεν δικαιούνται προσφυγικής ιδιότητας.
     Μερικούς μήνες μετά την ψήφιση της Σύμβασης, την 1η Ιανουαρίου 1951, ο νέος Ύπατος Αρμοστής των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, ξεκίνησε τις εργασίες του και για τα επόμενα πενήντα χρόνια το έγγραφο έμελλε ν' αποτελέσει τη βάση σε κάθε προσπάθεια του οργανισμού για βοήθεια και προστασία των περίπου 50 εκατομμυρίων προσφύγων. Αυτό το πρώτο ''εργαλείο'' περιόριζε την παροχή προστασίας στους Ευρωπαίους πρόσφυγες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ το Πρωτόκολλο του 1967 διεύρυνε την εντολή της Ύπατης Αρμοστείας καθώς το πρόβλημα των εκτοπισμένων πληθυσμών εξαπλωνόταν σε όλο τον κόσμο. Η αρχική Σύμβαση ενέπνευσε επίσης την υπογραφή και άλλων κειμένων τοπικού χαρακτήρα όπως τη Σύμβαση του 1969 του Οργανισμού Αφρικανικής Ενότητας και τη Διακήρυξη της Καρθαγένης του 1984.
     Συνολικά 140 χώρες έχουν υπογράψει το ένα ή και τα δύο κείμενα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Αλλά καθώς, σε παγκόσμιο επίπεδο, η μορφή της μετανάστευσης άλλαξε και ο αριθμός των ατόμων που μετακινούνται έχει αυξηθεί δραματικά τα τελευταία χρόνια, διατυπώνονται αμφιβολίες για τη σημασία της Σύμβασης του 1951, ιδιαίτερα για την Ευρώπη-που κατά ειρωνικό τρόπο ήταν και ο τόπος όπου την εμπνεύστηκαν.
     Αυτή τη στιγμή η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ παρέχει βοήθεια σε περισσότερους από 21 εκατομμύρια ανθρώπους και η Σύμβαση, η οποία αποδείχθηκε εξαιρετικά ευπροσάρμοστη στις ραγδαίες αλλαγές των καιρών, συνεχίζει να είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της εντολής προστασίας της.

Γιατί είναι σημαντική η Σύμβαση;
Ήταν η πρώτη διεθνής συμφωνία που κάλυπτε τις πιο ουσιαστικές πλευρές της ζωής των προσφύγων. Καθόριζε μια σειρά θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα οποία θα πρέπει να είναι τουλάχιστον ισότιμα με τις ελευθερίες που απολαμβάνουν οι αλλοδαποί υπήκοοι μιας χώρας ή και σε μερικές περιπτώσεις και οι ίδιοι οι πολίτες της χώρας. Αναγνωρίζει το διεθνές πεδίο δράσης των προσφυγικών κρίσεων και τη σπουδαιότητα της διεθνούς συνεργασίας, συμπεριλαμβανομένης και της από κοινού συμμετοχής των κρατών στη διευθέτηση του προβλήματος των προσφύγων.

Τι περιλαμβάνει η Σύμβαση του 1951;
Καθορίζει τον ορισμό του πρόσφυγα. Παραθέτει τα δικαιώματα του πρόσφυγα, περιλαμβάνοντας και ελευθερίες όπως αυτές της θρησκείας, της μετακίνησης, της ελευθερίας, της εκπαίδευσης, της κατοχής ταξιδιωτικών εγγράφων, της δυνατότητας εργασίας, και τονίζει τις υποχρεώσεις του ή της πρόσφυγα προς τη χώρα υποδοχής. Μία σημαντική διάταξη ορίζει τη μη επιστροφή του πρόσφυγα -ο νομικός όρος είναι η -σε χώρα όπου υπάρχει φόβος δίωξής του. Επίσης διασαφηνίζει ποια μη επαναπροώθηση άτομα ή ομάδες ατόμων δεν καλύπτονται από τη Σύμβαση.

Τι περιλαμβάνει το Πρωτόκολλο του 1967;
Το Πρωτόκολλο αφαιρεί τους γεωγραφικούς και χρονικούς περιορισμούς που έθετε η αρχική Σύμβαση, σύμφωνα με τους οποίους μόνο άτομα που εμπλέκονταν στα γεγονότα που συνέβησαν στην Ευρώπη πριν την 1η Ιανουαρίου του 1951 μπορούσαν να υποβάλουν αίτηση ασύλου.

Ποιος είναι ο πρόσφυγας;
Το άρθρο 1 της Σύμβασης καθορίζει ακριβώς το ποιος είναι ο πρόσφυγας. Είναι ένα άτομο που βρίσκεται εκτός της χώρας καταγωγής του ή του τόπου κατοικίας του, έχει δικαιολογημένο φόβο δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ορισμένη κοινωνική ομάδα ή λόγω πολιτικών πεποιθήσεων και εξαιτίας αυτού του φόβου δίωξης αδυνατεί ή δεν επιθυμεί να απολαμβάνει την προστασία αυτής της χώρας ή την επιστροφή σ' αυτήν.

Τι είναι η προστασία;
Οι κυβερνήσεις θέτουν σε ισχύ τους νόμους μιας χώρας και προστατεύουν τους πολίτες σύμφωνα με τις διατάξεις τους. Όταν οι κυβερνήσεις αδυνατούν ή δεν είναι πρόθυμες να το κάνουν αυτό, συχνά κατά τη διάρκεια συγκρούσεων ή εμφύλιας διαμάχης, πολλοί άνθρωποι εγκαταλείπουν τις εστίες τους, μεταβαίνοντας ακόμη και σε άλλη χώρα, όπου μπορεί να θεωρηθούν πρόσφυγες. Καθώς δεν απολαμβάνουν πλέον την προστασία της χώρας τους, το ρόλο αυτό αναλαμβάνει η διεθνής κοινότητα.

Ποιος προστατεύει τους πρόσφυγες;
Κύρια υπεύθυνες για την προστασία των προσφύγων είναι οι χώρες υποδοχής. Οι χώρες που έχουν υπογράψει τη Σύμβαση του 1951 είναι υποχρεωμένες να τηρήσουν τους όρους της. Η Ύπατη Αρμοστεία διατηρεί ρόλο ''παρατηρητή'' στην όλη διαδικασία επεμβαίνοντας εάν χρειάζεται για να βεβαιωθεί ότι στους πραγματικούς πρόσφυγες θα χορηγηθεί άσυλο και δεν θα εξαναγκαστούν να επιστρέψουν σε χώρες όπου η ζωή τους κινδυνεύει. Ο οργανισμός ψάχνει να βρει τρόπους να βοηθήσει τους πρόσφυγες να ξαναρχίσουν τη ζωή τους, είτε μέσω του εθελοντικού επαναπατρισμού στις χώρες καταγωγής τους είτε, εάν αυτό είναι δυνατό, μέσω της μετεγκατάστασης σε χώρες υποδοχής ή σε άλλες τρίτες χώρες.

Εξακολουθεί η Σύμβαση να είναι κατάλληλη για τη νέα χιλιετία;
Ναι. Υιοθετήθηκε για να διευθετήσει τις συνέπειες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τη διάλυση των αυτοκρατοριών και τη μαζική φυγή ανθρώπων. Μπορεί η φύση των συγκρούσεων και της μετανάστευσης να άλλαξε στο πέρασμα των χρόνων, όμως η Σύμβαση αποδείχθηκε ιδιαιτέρως ευπροσάρμοστη σε κάθε περίπτωση παροχής βοήθειας για την προστασία περίπου 50 εκατομμυρίων ανθρώπων και θα συνεχίσει να κάνει το ίδιο εφόσον η ίδια η φύση της δίωξης δεν αλλάξει.

Η Σύμβαση προοριζόταν να ρυθμίσει μεταναστευτικά κύματα;
Όχι. Εκατομμύρια ''οικονομικών'' ή άλλων μεταναστών τα τελευταία χρόνια επωφελήθηκαν από τη βελτίωση στην επικοινωνία για να αναζητήσουν μια καλύτερη ζωή σε άλλες χώρες, κατά κύριο λόγο δυτικές. Δεν θα πρέπει ωστόσο να συγχέονται με τους πρόσφυγες, οι οποίοι τρέπονται σε φυγή φοβούμενοι για τη ζωή τους και όχι απλώς για οικονομικούς λόγους. Οι κυβερνήσεις πρέπει να αντιμετωπίζουν αυτά τα προβλήματα με δύο διαφορετικούς τρόπους -τα θέματα των προσφύγων να αντιμετωπίζονται μέσω των διαδικασιών ασύλου και να διαχωρίζονται από τα προβλήματα της μετανάστευσης.

Πώς η 'Yπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ διαχωρίζει τους πρόσφυγες από τους οικονομικούς μετανάστες;
Ένας οικονομικός μετανάστης εγκαταλείπει τη χώρα του με τη θέλησή του προς ανεύρεση μιας καλύτερης ζωής, συνεχίζοντας να απολαμβάνει την προστασία της χώρας του/της. Ένας πρόσφυγας δεν έχει επιλογές όταν εγκαταλείπει τη χώρα του εξαιτίας του φόβου δίωξης.

Η Σύμβαση καλύπτει τους εσωτερικά εκτοπισμένους πληθυσμούς;
Όχι με συγκεκριμένο τρόπο. Οι πρόσφυγες είναι άτομα που έχουν διασχίσει διεθνή σύνορα περνώντας σε μια δεύτερη χώρα όπου ζητούν άσυλο. Οι εσωτερικά εκτοπισμένοι πληθυσμοί μπορεί να έφυγαν για τους ίδιους λόγους, παραμένουν όμως εντός του εδάφους της χώρας τους και συνεπώς υπόκεινται στους νόμους της. Σε συγκεκριμένες καταστάσεις κρίσεων, η Ύπατη Αρμοστεία παρέχει βοήθεια σε κάποια εκατομμύρια εσωτερικά εκτοπισμένων πληθυσμών, αλλά όχι στο σύνολο των 20-25 εκατομμυρίων παγκοσμίως. Σε παγκόσμιο επίπεδο υπάρχει αυτή τη στιγμή μία εκτεταμένη συζήτηση πάνω στον τρόπο με τον οποίο θα προστατευθεί καλύτερα αυτή η ομάδα ξεριζωμένων ανθρώπων και από ποιον.

Μπορεί η Σύμβαση να λύσει τα προσφυγικά προβλήματα;
Οι άνθρωποι γίνονται πρόσφυγες είτε ως μεμονωμένα άτομα είτε ως μέρος μαζικών εξόδων, εξαιτίας πολιτικών, θρησκευτικών, στρατιωτικών ή άλλων προβλημάτων που συμβαίνουν στη χώρα τους. Η Σύμβαση δε σχεδιάστηκε για να αντιμετωπίσει αυτά τα αρχικά προβλήματα, αλλά για να διευθετήσει τις συνέπειές τους προσφέροντας στα θύματα κάποιο βαθμό διεθνούς προστασίας ή και άλλη βοήθεια, και τελικά βοηθώντας τους να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους. Η προστασία μπορεί να συμβάλλει κατά κάποιο τρόπο δίνοντας μια γενικότερη λύση, όμως καθώς ο αριθμός των προσφύγων έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, γίνεται φανερό ότι η ανθρωπιστική δράση δεν μπορεί να αντικαταστήσει την πολιτική δράση στην επίλυση ή στην αποφυγή μελλοντικών κρίσεων.

Ποιες υποχρεώσεις έχει ο πρόσφυγας;
Οι πρόσφυγες υποχρεούνται να σέβονται τους νόμους και τους κανονισμούς της χώρας ασύλου.

Είναι οι υπογράφουσες τη Σύμβαση χώρες υποχρεωμένες να δίνουν μόνιμο άσυλο σε όλους τους πρόσφυγες;
Η Σύμβαση δεν παρέχει αυτόματη ή μόνιμη προστασία. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι πρόσφυγες θα ενταχθούν μόνιμα στη χώρα ασύλου, ενώ άλλες όπου ένα άτομο μπορεί να παύσει να είναι πρόσφυγας όταν οι λόγοι της προσφυγικής του ιδιότητας παύσουν να υπάρχουν. Η ιδανική λύση για τα εκτοπισμένα άτομα είναι ο εθελοντικός επαναπατρισμός, εφόσον οι συνθήκες στη χώρα καταγωγής το επιτρέπουν.

Ποιοι δεν καλύπτονται από τη Σύμβαση;
Άτομα τα οποία έχουν διαπράξει εγκλήματα κατά της ειρήνης, εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας ή κάποιο σοβαρό μη-πολιτικό έγκλημα εκτός της χώρας ασύλου.

Μπορεί ένας στρατιώτης να θεωρηθεί πρόσφυγας;
Ο πρόσφυγας είναι πολίτης. Ένα άτομο που συνεχίζει να παίρνει μέρος σε στρατιωτικές δραστηριότητες δεν μπορεί να λάβει άσυλο.

Χώρες που δεν έχουν υπογράψει τη Σύμβαση, μπορούν να αρνηθούν να δεχθούν υποψήφιους πρόσφυγες;
Όλες οι χώρες, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που δεν έχουν υπογράψει τη Σύμβαση, είναι υποχρεωμένες να παρέχουν βασικές αρχές προστασίας, βάσει του διεθνούς δικαίου. Κανένας πρόσφυγας, για παράδειγμα, δεν πρέπει να επιστραφεί σε έδαφος όπου υπάρχει κίνδυνος για τη ζωή του.

Τι σημαίνει ''φορέας δίωξης'';
Είναι ένα άτομο ή μία οργάνωση -κυβερνήσεις, επαναστάτες ή άλλες ομάδες -που αναγκάζουν τους ανθρώπους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Η προέλευση πάντως της δίωξης δεν είναι αποφασιστικής σημασίας. Αυτό που είναι σημαντικό είναι το κατά πόσο ένα άτομο έχει ανάγκη διεθνούς προστασίας, εφόσον η χώρα καταγωγής του δεν μπορεί να την παρέχει.

Η ''προσωρινή προστασία'' διαφέρει από τη Σύμβαση του 1951;
Σε διάφορες περιπτώσεις μαζικών εισόδων ανθρώπων, όπου οι διαδικασίες ασύλου δεν μπορούν να λειτουργήσουν, τα κράτη εφαρμόζουν την ''προσωρινή προστασία'', όπως συνέβη και κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων στην πρώην Γιουγκοσλαβία στις αρχές του 1990. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η προσωρινή προστασία λειτουργεί προς όφελος τόσο των κυβερνήσεων όσο και των ίδιων των αιτούντων άσυλο, μόνο όμως συμπληρωματικά, δεν αντικαθιστά την προστασία που παρέχει η Σύμβαση.

Κάποιες χώρες, όπως οι Ευρωπαϊκές, έχουν κατακλυστεί από πρόσφυγες;
Η Ευρώπη έχει φανεί πολύ μεγαλόψυχη στους πρόσφυγες, λαμβάνοντας υπόψη και τις διάφορες συγκρούσεις στα Βαλκάνια τη δεκαετία του 1990. Όμως το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου προσφυγικού πληθυσμού φιλοξενείται από τις πιο φτωχές και λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες, κυρίως στην Αφρική.

Μπορεί μια χώρα να θεωρηθεί ''ασφαλής'', με την έννοια ότι δεν μπορεί να προκαλέσει πρόσφυγες;
Όχι. Ακόμα και σε χώρες όπου γενικά δεν υπάρχει σοβαρός φόβος δίωξης, οι ισχυρισμοί των πολιτών της χώρας αυτής πρέπει πάντα να εξετάζονται. Πρέπει να παραπέμπονται σε ταχύρυθμες διαδικασίες, υπό τον όρο ότι ο αιτών άσυλο έχει τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την υπόθεση της απουσίας κινδύνου.

Πώς μπορεί η Κύρωση της Σύμβασης να παρουσιαστεί σε μία ανησυχούσα κυβέρνηση ή τοπικό πληθυσμό;
Μερικές τοπικές ανησυχίες συνδέονται με παρερμηνεία ή παρανόηση. Η Σύμβαση και το Πρωτόκολλο δεν αποτελούν παρά το νομικό πλαίσιο, βάση του οποίου και τα Κράτη μπορούν να αναπτύξουν την πολιτική τους όσον αφορά στους πρόσφυγες, και μάλιστα οι υποχρεώσεις που βαρύνουν τις Κυβερνήσεις δεν είναι τόσο περιοριστικές, όσο συχνά θεωρείται. Το να ανέχεται κανείς πρόσφυγες αντί να τους παρέχει νομική παρουσία, μπορεί να συντελέσει στη δημιουργία μιας "γκρίζας ζώνης" η οποία θα μπορούσε να υποτροπιάσει και να προκαλέσει ένα σοβαρό ζήτημα πολιτικό ή ασφάλειας.

Περιορίζεται η κρατική κυριαρχία από την αποδοχή της Σύμβασης;
Η κυριαρχία δεν είναι ποτέ απόλυτη. Οι διεθνείς σχέσεις προϋποθέτουν ένα λογικό και αποδεκτό επίπεδο συμβιβασμού. Τα αντιπροσωπευτικά όργανα των προσφύγων συμβιβάζουν το κρατικό ενδιαφέρον με την προστασία. Η παροχή ασύλου όμως, για παράδειγμα, δεν έχει συμπεριληφθεί στις αρμοδιότητές τους, αλλά συνεχίζει να εναπόκειται στην αποκλειστική διάθεση των κυβερνήσεων.

Περισσότερα:


Πατρὶς ὕψιστον ἀγαθόν

Σάββατο, 2 Απριλίου 2016

2 ΑΠΡΙΛΙΟΥ: ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΑΙΔΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

2 Απριλίου: Γενέθλια του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και
Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου
                                                                                 
Διαβάστε ένα απόσπασμα από το βιβλίο της Άλκης Ζέη…

clip_image002Το καπλάνι της βιτρίνας
Οι βαρετές Κυριακές, ο Ίκαρος και η προπαίδεια

Η ΚΥΡΙΑΚΗ τον χειμώνα, είναι η πιο βαρετή μέρα. Θα ’θελα να ξέρω αν όλα τα παιδιά του κόσμου περνούνε τόσο βαρετά, όσο η Μυρτώ κι εγώ. Το απόγευμα μάλιστα, όταν αρχίζει να σκοτεινιάζει νωρίς-νωρίς, δεν ξέρουμε τι να κάνουμε. Από το πρωί έχουμε παίξει, έχουμε τσακωθεί, ύστερα ξαναμονοιάσει, έχουμε διαβάσει –εγώ το Δαβίδ Κόπερφηλντ και η Μυρτώ τον Τζακ– και δε μένει πια τίποτα, μα τίποτα να κάνεις.
Ο μπαμπάς κι η μαμά, τις Κυριακές, παίζουν χαρτιά στο σπίτι του κυρίου Περικλή, που είναι ο διευθυντής του μπαμπά στην Τράπεζα. Η θεία Δέσποινα, η αδερφή του παππού, πάει επίσκεψη στις φίλες της κι η Σταματίνα, η υπηρέτρια, έχει έξοδο. Έτσι μένουμε τα κυριακάτικα απογεύματα στο σπίτι μόνες με τον παππού. Αν είναι καλός καιρός, ο παππούς μάς πάει περίπατο κι ύστερα, μόλις σκοτεινιάσει, γυρνάμε πίσω. Τότε αρχίζει η μεγάλη βαρεμάρα. Ο παππούς κλείνεται στο γραφείο του με τους «αρχαίους» του. Έτσι λέμε, με την αδελφή μου τη Μυρτώ, τα βιβλία του παππού, γιατί είναι όλα Αρχαία Ελληνικά.
     Εμείς πάμε στην τζαμωτή βεράντα και κοιτάμε τη θάλασσα. Όταν έχει τρικυμία, τα κύματα σπάνε στους βράχους, πιτσιλάνε τα τζάμια κι έτσι όπως κυλάνε οι στάλες απάνω τους μοιάζουν με δάκρυα. Τότε είναι που συλλογιζόμαστε τις πιο θλιβερές ιστορίες. Τάχατες πως πέθανε ο μπαμπάς, η μαμά ξαναπαντρεύτηκε κι ο πατριός μας είναι πιο κακός και από του Δαβίδ Κόπερφηλντ.
    Ή, πάλι, σκεφτόμαστε πως ο παππούς είναι ένας φτωχός ζητιάνος κι εμείς, ντυμένες με κουρέλια, γυρίζουμε μαζί του μέσα στο κρύο και ζητιανεύουμε, από πόρτα σε πόρτα, ψωμί.
     Τούτη όμως την Κυριακή είχαμε τόσο βαρεθεί, που σαν είπα στη Μυρτώ να παίξουμε «Ο παππούς ζητιάνος», μου απάντησε πως πιο σαχλή ιστορία δεν είχαμε ξανασκεφτεί. Καθίσαμε κάμποση ώρα μουτρωμένες και ύστερα πήρε καθεμιά ένα τζαμάκι για δικό της και είπαμε, σ’ όποιο πέσουν οι πιο πολλές σταγόνες εκείνη θα κερδίσει. Επειδή όμως κέρδιζα συνέχεια εγώ, η Μυρτώ είπε πάλι πως πιο κουτό παιχνίδι δεν ξαναπαίξαμε.
     ― Δε φτιάχνουμε μια ιστορία για το καπλάνι; έκαμα, μα το μετάνιωσα αμέσως, πριν καλοτελειώσω τη φράση μου, και μούδιασα.
     ― Σαν δεν ντρέπεσαι! Αυτό μονάχα σου λέω, αγρίεψε η Μυρτώ. Έχεις τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου, που νομίζεις πως μπορείς να φτιάχνεις ιστορίες για το καπλάνι!
     Ίσως να ’χε δίκιο. Γιατί, για το καπλάνι*, που είναι βαλσαμωμένο μέσα σε μια βιτρίνα κάτω στο μεγάλο σαλόνι, μονάχα ο ξάδελφός μας ο Νίκος ξέρει να διηγιέται. Ο Νίκος μένει στην Αθήνα και σπουδάζει Αθήνα χημικός στο πανεπιστήμιο. Κάθε καλοκαίρι έρχεται στο νησί** και πηγαίνει μαζί μας εξοχή.
      Μπορεί, βέβαια, η θεία Δέσποινα να έλεγε πως το σκότωσε το καπλάνι ο άντρας της, γιατί περνούσε κολυμπώντας από την Τουρκία και έτρωγε τα πρόβατα στο νησί – αυτό όμως είναι ιστορία για τους μεγάλους και κανένα παιδί δεν την πιστεύει. Ο Νίκος ξέρει ένα θαυμαστό παραμύθι για το καπλάνι της βιτρίνας, που δεν τελειώνει ποτέ και κάθε καλοκαίρι το συνεχίζει.
     Είχε σκοτεινιάσει για καλά. Η θάλασσα δεν ξεχώριζε μήτε τα κύματα. Μονάχα ακούγαμε ένα «παφ» και γέμιζαν ξαφνικά τα τζάμια δάκρυα. Ο δρόμος έξω ήταν έρημος. Τότε πήγαινα να πιστέψω πως το νησί μας άδειαζε τις χειμωνιάτικες Κυριακές, οι άνθρωποι έφευγαν κάπου μακριά κι απόμενε μόνο η τζαμωτή βεράντα με μας τις δυο, που, θαρρείς, έπλεε μέσα στην αφρισμένη θάλασσα.
     ― Σαν δεν ντρέπεσαι, ξανάπε η Μυρτώ.
     Κατάλαβα πως το έλεγε πιο πολύ για να ξαναπιάσουμε κουβέντα, έστω κι αν ήτανε να τσακωθούμε. Κι εγώ έψαχνα αφορμή να πάω κοντά της, γιατί ήτανε πολύ σκοτεινά και φοβόμουνα. Τότε ακούστηκαν τραγουδιστά τα μαγικά λόγια: ΠΑ, ΒΟΥ, ΓΑ, ΔΕ, ΚΕ, ΖΩ, ΝΗ…
     Ήτανε ο παππούς, που σαν τέλειωνε τη μελέτη του, έψελνε σε μια παράξενη γλώσσα που τη λένε βυζαντινή. Η Μυρτώ κι εγώ, άμα θέλαμε να κάνουμε τις σπουδαίες στ’ άλλα παιδιά, μιλούσαμε τάχα, μεταξύ μας, μια ξένη γλώσσα. Έλεγε η μια: ΠΑ  ΒΟΥ  ΓΑ και απαντούσε η άλλη: ΔΕ  ΚΕ  ΖΩ  ΝΗ. Τότε κείνα μας ρωτούσανε: «Μα τι γλώσσα μιλάτε;». Εμείς απαντούσαμε καμαρωτά: «Δεν καταλαβαίνετε; Βυζαντινά».
      Ο παππούς ήρθε στην τζαμωτή και μας πήρε να πάμε στην τραπεζαρία. Μας έσπασε καρύδια και μας έδωσε να τα φάμε με μέλι. Όταν η Μυρτώ ζήτησε και τρίτη φορά να της γεμίσει το πιατάκι, ο παππούς τής είπε:
     ― Μυρτώ, τι προτιμάς; Κι άλλα καρύδια ή να σου διηγηθώ έναν μύθο;
     ― Φυσικά, καρύδια! απάντησε εκείνη. Αφού ο μύθος δεν τρώγεται!
     Παράξενος που είναι ο παππούς μας! Δε μοιάζει με τους παππούδες των άλλων παιδιών. Ψηλός ψηλός, περπατάει κρατώντας ένα καλάμι αντί μπαστούνι, χωρίς να καμπουριάζει καθόλου τη ράχη του. Όλοι στο νησί τον λένε «Ο ΣΟΦΟΣ».
     Ξέρει όλο τον Όμηρο απέξω. Ποτέ δε μας λέει παραμύθια για δράκους και βασιλιάδες, παρά μύθους για τους αρχαίους θεούς και θρύλους για τους ήρωες. Καμιά φορά πιστεύω πως ο παππούς είναι αρχαίος Έλληνας, δεν τολμώ όμως ούτε στη Μυρτώ να το πω, γιατί θα μου απαντήσει: «Σαχλαμάρες».
     ― Λοιπόν, τι θα κάνετε τώρα; ρώτησε ο παππούς, αφού τελειώσαμε τα καρύδια.
     Εμείς δεν είπαμε τίποτα, γιατί, αν του λέγαμε πως θέλαμε να παίξουμε μαζί του τόμπολα, εκείνος θα μας απαντούσε: «Να σας πω καλύτερα έναν μύθο. Τόμπολα παίζετε και με τη Σταματίνα».
     ― Λοιπόν, θα σας πω έναν μύθο, είπε ο παππούς κι άρχισε την ιστορία του Δαίδαλου και του Ίκαρου.
     «…Ο Ίκαρος, με τα φτερά που του έφτιαξε ο πατέρας του ο Δαίδαλος, άρχισε να πετά σαν πουλί. Μα πέταξε τόσο ψηλά, σχεδόν κοντά στον ήλιο, κι έλιωσε το κερί που μ' αυτό ήταν κολλημένα τα φτερά του. Έτσι έπεσε στη θάλασσα και πνίγηκε. Γι' αυτό το πέλαγος, όπου έπεσε, λέγεται Ικάριον…»
     Μέσα στο Ικάριον πέλαγος είναι το νησί μας. Τι μικρό που φαίνεται πάνω στην υδρόγειο! Σαν μία μικρή τελεία. Πέρα, τ’ άλλα νησιά, κι ύστερα ολόκληρη η Ελλάδα κι οι άλλες χώρες απέραντες.
     Τι όμορφα που θα ’ναι να βάζεις δυο φτερά στην πλάτη σου και να πετάς! Να ’ναι, ας πούμε, μια βαρετή Κυριακή κι εσύ να λες: Δε βάζω τα φτερά μου, να πεταχτώ μια στιγμή στην Ιαπωνία ή στην Κίνα ή στην Αφρική, να δω αν τα Γιαπωνεζάκια, τα Κινεζάκια και τα Αραπάκια περνούνε κι αυτά βαρετές Κυριακές; Να δω αν παίζουνε σαν και μας κουτσό, σκοινάκι, πεντόβολα;
     ― Μπορεί στ’ αλήθεια, παππού, να πετάξει καμιά φορά ο άνθρωπος; ρώτησα.
     ― Σαχλαμάρες! πρόλαβε ν’ απαντήσει η Μυρτώ.
     Μα ο παππούς δεν την άφησε να συνεχίσει:
     ― Μπορεί, άμα περάσουν πενήντα, ίσως εκατό χρόνια, να γίνει κι αυτό. Τώρα έχουμε Γενάρη του 1936 και ίσως ως τον Γενάρη του 1986 οι άνθρωποι να πετάνε, σαν τον Ίκαρο, κοντά στον ήλιο, χωρίς όμως να ξεκολλάνε τα φτερά τους.
     ― Ουουου, ως τότε τι να το κάνουμε, λέει η Μυρτώ. Εμείς πια θα είμαστε γριές κι έτσι κι αλλιώς δε θα μπορούμε να πετάμε.
     Ο παππούς τη μάλωσε πως είναι εγωίστρια. Αν, λέει, σκεφτόντανε έτσι όλοι, δεν θα ’χε γίνει καμιά ανακάλυψη στον κόσμο. Οι επιστήμονες θα λέγανε: Γιατί να κουραζόμαστε να βρούμε τούτο ή εκείνο, αφού ώσπου να τελειοποιηθεί η εφεύρεσή μας εμείς θα είμαστε γέροι ή θα ’χουμε πεθάνει.
      ― Αλλά οι επιστήμονες, κυρία Μυρτώ, συνέχισε ο παππούς, σκέφτονται την ανθρωπότητα κι όχι τον εαυτό τους. Οι ίδιοι μπορεί να μην υπάρχουν, αλλά το όνομά τους μένει αθάνατο.
     ― Θα ’θελα να γίνω εφευρέτης, λέει η Μυρτώ.
     ― Αν οι... εφευρέτες ξέρανε τόσο άσχημα την προπαίδεια, όπως εσύ, της πέταξε ο παππούς, δεν θα γινότανε καμιά εφεύρεση στον κόσμο.
     Δε φανταζόμασταν πως θα τέλειωνε τόσο άσχημα αυτή η Κυριακή. Ο παππούς άρχισε να ρωτάει τη Μυρτώ το 7x7 κι εκείνη θαρρείς το έκανε επίτηδες κι όλο τα μπέρδευε. Επέμενε μάλιστα πως 7x8 κάνει 46 –ενώ ο παππούς έλεγε 56–, που έκανε τον παππού να θυμώσει.
     ― Αν δε μάθεις την προπαίδεια απέξω κι ανακατωτά, δεν θα πας ποτέ σου σε αληθινό σχολείο, είπε ο παππούς και μας έστειλε να κοιμηθούμε.
     Εγώ πηγαίνω στη δεύτερη τάξη και η Μυρτώ στην τέταρτη. Δεν πηγαίνουμε όμως σχολείο, μας κάνει ο παππούς μάθημα στο σπίτι. Κάθε χρόνο δίνουμε εξετάσεις, σαν «διδαχθείσες κατ’ οίκον», και περνούμε τις τάξεις. Σε δημόσιο σχολείο δε θέλουν να μας στείλουν, γιατί εκεί, λέει ο παππούς, είναι τόσα παιδιά σε κάθε τάξη, που μπορεί να περάσει μισός χρόνος και να μη σε σηκώσουν για μάθημα. Είναι και το ιδιωτικό σχολείο του κυρίου Καρανάση στη γειτονιά μας, μα αυτό, λέει ο μπαμπάς, δεν είναι για το βαλάντιό μας.
     Όταν πέσαμε πια στα κρεβάτια μας να κοιμηθούμε, άρχισε η Μυρτώ να λέει πως εγώ έφταιγα που την κατσάδιασε ο παππούς για την προπαίδεια: που ρώτησα αν θα μπορέσει στ' αλήθεια να πετάξει ο άνθρωπος. Πού να το ’ξερα πως, για να πετάξει ο άνθρωπος, χρειάζεται κανείς να ξέρει την προπαίδεια απέξω κι ανακατωτά την προπαίδεια κι έτσι θα θυμότανε ο παππούς να ρωτήσει τη Μυρτώ;
     Μπορούσε, όμως, ποτέ κυριακάτικα να πάνε όλα καλά; Αν πηγαίναμε σχολείο, θα μας άρεσε η Κυριακή, που θα μέναμε στο σπίτι. Ενώ τώρα…
     ― Αχ, να πηγαίναμε σχολείο! λέω δυνατά.
     Μα η Μυρτώ έχει κουκουλωθεί από το κεφάλι και κάνει πως δεν ακούει. Τότε είπα ακόμα πιο δυνατά:
     ― ΕΥ-ΠΟ; ΛΥ-ΠΟ;
     ― ΛΥ-ΠΟ, ΛΥ-ΠΟ, απάντησε εκείνη πεισμωμένα, κάτω από τα σκεπάσματα.
     Αυτά δεν ήτανε βυζαντινά, αλλά μια δική μας γλώσσα, που μόνο οι δυο μας την καταλαβαίναμε. ΕΥ-ΠΟ, θα πει: πολύ ευχαριστημένη. ΛΥ-ΠΟ: πολύ λυπημένη. Αν δεν το ρωτούσαμε κάθε βράδυ η μια στην άλλη, δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε. Δεν ξέρω γιατί τις Κυριακές σχεδόν πάντα απαντούσαμε: ΛΥ-ΠΟ, ΛΥ-ΠΟ.
     Να ’χα τώρα φτερά σαν του Ίκαρου, θα μπορούσα να πέταγα από χώρα σε χώρα και να ρώταγα όλα τα παιδιά του κόσμου: ΕΥ-ΠΟ; ΛΥ-ΠΟ;

* το καπλάνι: η τίγρη, από το τουρκ. kaplan   ** νησί: Σάμος 

(Πηγή: Πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος «Το καπλάνι της βιτρίνας» της Άλκη Ζέη (γενν. 1925), εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2011, σελ. 11-19)

clip_image002[15] clip_image002[12]