Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

ΜΥΡΣΙΝΗ

ΜΥΡΣΙΝΗ ΧΡΥΣΟΠΡΑΣΙΝΗ
                                                        
     Το όνομα Μυρσίνη, ήταν παλιά το πιο χαρακτηριστικό γυναικείο όνομα, δηλωτικό της καταγωγής από τη Λέσβο. Η Μυρσίνη, η Μυρσίνα ή Μερσίνα, η Μυρσινούλα, η Μυρτώ, η Μύρτα, η Μυρτιά, η Μυρτούλα, η Μυρσινιώ>Μυρσ’νιώ ή το Μυρσινιώ, του Μυρσινέλ’>λεσβ. Μυρσ'νέλ', το Μυρσινάκι>Μερσινάκι>Μερρινάκι οι παραλλαγές του ονόματος σε θηλυκό ή ουδέτερο γένος τα υποκοριστικά του. Όμως η πιο γνωστή παραλλαγή του ονόματος παλιά ήταν Αμερισούδα > Αμιρ’σούδα > Αμιρσούδ’ > Αμέρσα > Μέρσα > Μέρση, που ίσως έχει σχέση με τη λέξη αμίρισσα>εμίρισσα, δηλ. γυναίκα του αμιρά>εμίρη, άραβα στρατιωτικού άρχοντα (πρβλ. Σουλτάνος - Σουλτάνα). Σπανιότερα είναι τα υποκοριστικά Νίτσα < Μυρσινίτσα < Μυρσίνη και Νούλα < Μυρσινούλα < Μυρσίνη [Αποφύγετε το Νούλα, γιατί είναι ομόηχο με την υβριστική λέξη "νούλα"<από το ιταλικό nulla = μηδενικό<λατ. nullus, nulla, nullum = κανένας/μτφ. ουτιδανός, τιποτένιος, φαύλος. Πρβλ. τη φράση "είσαι μια νούλα", που σημαίνει "είσαι ένα μηδενικό, άνθρωπος χωρίς αξία"]Τέλος, το όνομα Μυρσίνη ή Μυρτώ σημαίνει «η ευχάριστη και ωραία σαν τη μυρτιά» κι ίσως γι’ αυτό στα παραμύθια παρουσιάζεται ως κοπέλα όμορφη, άξια και καλόψυχη σε έναν ιδανικό συνδυασμό, που προσελκύει το ερωτικό ενδιαφέρον ενός βασιλόπουλου (βλέπε παραμύθι "Η Μυρσινιώ" ή "Το κορίτσι της δάφνης" ή "Το καλογηρέλι" στο Επίμετρο) και το φθόνο των αδερφάδων της για το γάμο της με το βασιλιά (παραμύθι "Η Μυρσίνα" στο Επίμετρο κ.ά.). Σχετικά είναι και τα παρακάτω επαινετικά δίστιχα της Λέσβου (Πηγή: http://www.pergamos.lib.uoa.gr/ κ.ά.):
      
         «Ω μερσινιά μου πράσινη, της ακκλησιάς στολίδι,  
          χωρίς εσέ δε γίνεται κανένα παναγύρι.»

         «Ψηλή λιγνή σα μυρσινιά, τ' Αγιού Γιωργιού στολίδι,  
          χώρις ισέ δε γίνιτι κανένα παναγύρι.»

    Κι ένα άλλο επαινετικό:

         «Ψηλής μυρτιάς μυρτόφυλλο, πράσινης δάφνης φύλλο,  
          άσπρη στρογγυλοπρόσωπη και θάμπωσες τον ήλιο.» 
       
                                
     Μυρσινούλα ονομάζεται η όμορφη και συνετή νεαρή ηρωίδα σ’ ένα διήγημα του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη («Κάθε εμπόδιο για καλό», τ. Β, σελ. 41-89), που τη σώζει η φρονιμάδα της από επίδοξο βιαστή. Αλλά και για νέους άνδρες χρησιμοποιούνταν η επαινετική φράση "είναι κλωνάρι της μυρτιάς", για να τονίσουν την ομορφιά και το ήθος τους. Στο διήγημα του Μωραϊτίδη «Η θεια Μυγδαλίτσα» (τ. Β΄, σελ. 93), η θεια Μυγδαλίτσα λέει στους συγχωριανούς της, για να υποστηρίξει τον ξενιτεμένο γιο της που τον μέμφονται για πολύχρονη έλλειψη επικοινωνίας με τη μητέρα του: «Αρέ σεις, ξέρετε τι είναι το παιδί μου; Kλωνάρι, κλωνάρι της μυρτιάς, παιδί της ομορφιάς».


     Στην αρχαία Ελλάδα η λέξη μυρσίνη (Διοσκουρίδης/40-90 μ.Χ.), μυρρίνη ή μύρρινος (Θεόφραστος/371-287 ή 285 π.Χ.), μυρτίνη (Πίνδαρος/522-443 π.Χ.), μύρτος σήμαινε αειθαλής θάμνος με αρωματικά φύλλα και καρπούς, τα μύρτα, από τα οποία έφτιαχναν το μύρο, που το χρησιμοποιούσαν για το βαλσάμωμα των νεκρών. Αναφορές σε αυτήν έχουμε ακόμα από τον Ιπποκράτη (460-377 π.Χ.), τον Πλίνιο (23-79 μ.Χ.), καθώς και Άραβες συγγραφείς. Οι Πυθαγόριοι συνήθιζαν να τοποθετούν τους νεκρούς πάνω σε στρώμα από φύλλα μυρτιάς, ελιάς και λεύκας. Απολιθωμένα μύρτα 26 εκατομμυρίων χρόνων βρέθηκαν στην Κύμη της Εύβοιας. Θαυμάσια κοσμήματα με χρυσά φύλλα και καρπούς μυρτιάς έχουν βρεθεί σε αρχαίους τάφους.
                                                                  
     Μυρρίναι (αι, πληθ.) ονομαζόταν η αγορά, όπου πουλούσαν στεφάνια μυρτιάς και κλάδους, για να στολίσουν με αψίδες τους ναούς στα πανηγύρια, έθιμο που διατηρείται μέχρι σήμερα πανελληνίως. Οι ιερείς της Ελευσίνας στεφανώνονταν με στεφάνια από μυρτιά. Οι αρχαίοι Έλληνες φορούσαν στεφάνια μυρτιάς, όταν έκαναν θυσίες. Στις αγγειογραφίες στεφάνια μυρτιάς στολίζουν κεφάλια βασιλιάδων και εορταζόντων. Πριν καθιερωθεί ο κότινος, οι Ολυμπιονίκες στεφανώνονταν με μυρτιές. Κλαδί μυρτιάς κρατούσαν όσοι απάγγελναν ποιήματα παίζοντας λύρα, που το παρέδιδαν στον επόμενο, όταν τελείωναν. Όποιος το έπαιρνε είχε σειρά να τραγουδήσει ή να απαγγείλει. Στην αρχαία Αθήνα, στεφάνια μυρτιάς φορούσαν οι εννέα άρχοντες, ως σύμβολο εξουσίας.  
                                       
     Συγγενικές λέξεις: Tα ρήματα μυρόω, μυρίζω, τα επίθετα μύρτινος/μύρρινος, μυρτινίτης (οίνος), μυρτώδης, μυρτοειδής, μυρτοστόλιστος, μυρτοστεφής, μυρσινοειδής, μυροβλήτης, μυροβόλος, μυροφόρος (ουσιαστικοποιημένο Μυροφόρες), τα ουσιαστικά το μυρτόφυλλο ή μυρτιόφυλλο, τα μύρτα, τα μέρσινα, η μυριτόλη, το μύρο, τα περιεκτικά ουσιαστικά ο μυρσινών ή μυρρινών, νεοελληνικά μυρσινιώνας>μυρσ’νιώνας, τα σύνθετα ουσιαστικά το μυρτέλαιον, ο μυρσινόκοκκος, τα κύρια ονόματα προσώπων ο Μύρσος, ο Μυρσίλος, η Μυρρίνη (αττικός τύπος της λ. Μυρσίνη), η Μυρτίς, η Μύρτις, η Μυρσώ/Μυρτώ, η Μυρτάνη, η Μυρτάλη, η Μυρτίλη, η Μυροφόρα, η Μύρρινα/Μύρινα, η Μυρτιώτισσα (η ποιήτρια Ήβη Δρακοπούλου). Στην Ανθρωπολογία, μύρρινον λέγεται για το σχήμα του το κατώτερο μέρος του ανδρικού μορίου και στον πληθυντικό μύρτα ονομάζονται τα υπολείμματα από τη ρήξη του παρθενικού υμένα των κοριτσιών. Επίσης, πολλά τοπωνυμικά - γεωγραφικά: η Μερσινιά, η Μύρσινος>Μυρσινιά>Μυρσίνη, η Σμύρνη, η Μυρτιά>Σμυρτιά, τα Μυρσίνια, τα Μυρτίδια, το Μερσινίδι, το Μυρτούντιον, το Μυρτώο (πέλαγος). Χωριά με το όνομα Μυρσίνη υπάρχουν σήμερα στους νομούς Γρεβενών, Λακωνίας, Λασιθίου, Πρεβέζης, Τήνου και Ηλείας, όπου εκδιδόταν από 1990-2010 εφημερίδα «Μυρσίνη» από το Διονύσιο Ν. Μπώκο. Μύρτος ονομάζεται ένας μινωικός οικισμός στην Ιεράπετρα Κρήτης. Μυκηναϊκό είναι και το Μυρσινοχώρι Πελοποννήσου. Απέναντι από την Κύπρο η τουρκική σήμερα παραθαλάσσια πόλη Μερσίνα, λιμάνι της ανατολικής Μεσογείου στον ομώνυμο κόλπο. 
      
     Μυρρινών ή μυρσινών (ο) ήταν το άλσος με μυρτιές. Στο Παλαιοχώρι υπάρχει τοπωνύμιο Μυρσ’νιώνας<Μυρσινιώνας. Ονομασία "Μερσίνα" (η) και "Μυρσίνια" (τα) έχουν πολλά παραθαλάσσια τοπωνύμια στα νησιά μας. Ο Γιώργος Γιαννουλέλλης, στο βιβλίο του «Πλωμάρι Λέσβου. Οι τοπωνυμίες. Η καταγωγή των Πλωμαριτών» (Εκδόσεις Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 1983, σελ. 31), αναφέρει το τοπωνύμιο "Μιρσίνια" και γράφει: «Μιρσίνια (τα). Όρμος κοντά στην είσοδο του κόλπου Γέρας, που τον φράζουν τρία μικρά βραχώδη νησάκια, κόβοντας τον άνεμο και τα κύματα της νοτιάς, ενώ από το βοριά προφυλάγεται από τα βουνά που τον περιβάλλουν. Στα Μιρσίνια κατέφευγαν τα καΐκια του Πλωμαριού, σε περίπτωση μεγάλης φουρτούνας, νοτιά ή γαρμπή. Ακουγόταν τότε η φράση: "δέσαν’ στα Μιρσίνια" //Μιρσίνια<Μερσίνια<τουρκ. mersin = παλαμάρι πλοίου<πιθανόν από την ελληνική λέξη μυρσίνη = θάμνος με ευλύγιστα κλαδιά, από τα οποία φαίνεται πως έκαναν πρωτόγονα σχοινιά. Ο Du Cange καταχώρησε το Μερσίνιον funis (funis = σχοινί, funis navis = παλαμάρι)». Τέλος, στη Λέσβο θα βρείτε επώνυμο Μυρσινιάς/θηλ. Μυρσινιά. 
            
                                                                                     
  Το αειθαλές φυτό μύρτος ανήκει στη συνομοταξία αγγειόσπερμα (magnoliophyta), ομοταξία δικοτυλήδονα (magnoliopsida), τάξη μυρτώδη (myrtales), οικογένεια μυρτοειδή (myrtaceae), γένος μύρτος (myrtus), με 75 είδη. Στην Ελλάδα απαντάται η μύρτος η κοινή (myrtus communis) αυτοφυής ή διακοσμητικός, πολύκλαδος και μακρόβιος αρωματικός θάμνος, που μπορεί να φτάσει από 1-5 μέτρα ύψος. Ευδοκιμεί σε υγρότοπους, φύεται κοντά σε ποταμούς, πηγές και θάλασσα κι αντέχει στην ξηρασία. Πολλαπλασιάζεται με σπορά ή ξυλώδη μοσχεύματα. Eίναι γνωστή σήμερα με τα ονόματα μυρσίνη, μυρσινιά, μερσινιά, μυρτιά, μυρθιά, σμυρτιά, μερτιά, σμερτιά, σμερθιά, αγριομυρτιά, λοίγοστρον. Έχει λεία γυαλιστερά σκουροπράσινα φύλλα, επιφυή και αντίθετα, λογχοειδή, οξύληκτα και δερματώδη, αρωματικά αν συνθλιβούν, γιατί είναι γεμάτα με αδένες αιθέριου ελαίου (μυρτόλη). Ανθίζει από Μάιο έως Αύγουστο, βγάζοντας λευκά εύοσμα μονήρη ερμαφρόδιτα μασχαλιαία άνθη διαμέτρου 3 εκατ., που αποτελούνται από 5 σέπαλα, 5 πέταλα και πολυάριθμους στήμονες. Οι καρποί της είναι μικροί σαν αγριελιές, μπλε-μαύροι ή λευκοί-κρεμ, ωοειδείς ή σφαιρικοί σε σχήμα ράγας, και περιέχουν πολλά σπέρματα. Οι μερσινόκοκκοι ή τα μύρτα ή τα μερσίνια>μέρσινα>μέρσ’να συλλέγονται φθινόπωρο και χειμώνα και γίνονται μαρμελάδα. Τα παιδιά παλιά μάζευαν τους καρπούς της μυρτιάς και τους έτρωγαν ωμούς, παρ’ όλο που έχουν γεύση στυφή και κάπως πικρή. Είναι όμως αρωματικοί, τονωτικοί και θρεπτικοί και λέγεται πως δίνουν μακροζωία. Αρέσουν πολύ στα πουλιά, ιδιαίτερα στις τσίχλες (βλέπε μύθο Αισώπου στο Επίμετρο). Στα χρόνια της Κατοχής (1941-1944) ήταν μια όμορφη λιχουδιά για τους πεινασμένους. 
                                                           
     Η μυρσίνη/μυρτιά είναι φυτό χρήσιμο στην αρωματοποιία, στη φαρμακευτική, στη λαϊκή ιατρική και στη ζαχαροπλαστική. Τα φύλλα, που περιέχουν μυριτόλη, τα άνθη και οι καρποί της χρησιμοποιούνται ευρύτατα για παρασκευή πρακτικών φαρμάκων, αρωμάτων, καλλυντικών και ποτών, καθώς έχουν αρωματικές, αντιρρυτιδικές, αντισηπτικές, αιμοστατικές και άλλες θεραπευτικές ιδιότητες. Ο Ιπποκράτης (460-377 π.Χ.) τη χρησιμοποίησε για πλύσεις γεννητικών οργάνων, διευκόλυνση τοκετού και καταπλάσματα για επούλωση πληγών. Στο βιβλίο «369 Συνταγές του Καλόγερου – Πάτερ Γυμνάσιος – Θεραπεία με βότανα» (Εκδόσεις ″Λέων″, Αθήνα 1975, σελ. 105) αναφέρεται πως η μυρτιά είναι θεραπευτική για αιμορραγίες, δερματοπάθειες, διάρροια, οδοντόπονους.
     Ο Μάκης Αξιώτης και ο Βαγγέλης Αξιώτης, στο βιβλίο τους «Φυτά της Ελλάδας. Η έρευνα στη Λέσβο. Βοτανική – Χρήσεις – Τοξικότητα» (εκδόσεις Εντελέχεια, Μυτιλήνη 2011, σελ. 326), γράφουν για τη χρησιμότητα της μυρτιάς τα εξής: «Χρήσεις: Σύμβολο της ειρήνης από τους κλασικούς χρόνους... Ο φλοιός, τα φύλλα και τα άνθη περιέχουν αιθέριο έλαιο, που χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία και στη φαρμακευτική. 10 γραμμάρια αιθέριο έλαιο από 100 κιλά φύλλων. Eau dAgnes νερό αρωματικό από τα άνθη. Από τους καρπούς βγαίνει ποτό όξινης γεύσης. Τα φύλλα θεωρούνται αιμοστατικά, για τις λοιμώξεις του ουροποιητικού, τα προβλήματα του πεπτικού, τη βρογχίτιδα και την παραρρινοκολπίτιδα. Έχει απομονωθεί ουσία με αντιμικροβιακή δράση. Μετά τη λήψη του φυτού εμφανίζεται μυρωδιά βιολέτας στα ούρα. Το αιθέριο έλαιο (περιέχει μυρτόλη) δρα κατά της ακμής, των τραυμάτων, των φλεγμονών στα ούλα, της ψώρας και των αιμορροΐδων. Ο καρπός χρησιμοποιείται για τις αιμορροΐδες, τη δυσεντερία, τις διάρροιες.»
     Στο Επίμετρο παραθέτουμε γιατροσόφια για πολλές παθήσεις και συνταγές ομορφιάς. Από φύλλα μυρτιάς παράγεται το μυρτέλαιο («μύρτινον έλαιον»), άχρωμο και αρωματικό αιθέριο έλαιο με αντισηπτικές ιδιότητες. Ίσως γι’ αυτό στο χωριό μας, όταν παστώνουν τα σύκα, βάζουν ανάμεσά τους κλαδιά μυρσινιάς, για να απομακρύνουν τα ζωΰφια και να τα αρωματίζουν. Στη Ρόδο μαζεύουν τα απόσυκα («ασκάδια»), τα ξεραίνουν, τα ζεματούν με αρωματισμένο νερό από μύρτα, φασκόμηλο, σχίνο και φύλλα δάφνης, τα ξηραίνουν ξανά και τα συντηρούν. Πάνω σε φύλλα μυρτιάς ψήνουν κρέας ή ψάρι. Γενικά, τα φύλλα της μυρτιάς χρησιμοποιούνται ως αρωματικά-συντηρητικά τροφίμων, όπως τυρί, κρέας, ψάρια, αλλαντικά, σύκα, κρασιά και άλλα. Όπως μας πληροφόρησε η φίλη μας Αναστασία Κοτσιαφίτου, παλιά στη Φθιώτιδα, όταν πατούσαν τα σταφύλια, έστρωναν κάτω απ’ αυτά κλωνάρια μυρτιάς. Οι αρχαίοι Έλληνες έφτιαχναν το «μυρτινίτη οίνο» από φύλλα και καρπούς μυρτιάς. Τέλος, στη Σικελία και τη Σαρδηνία φτιάχνουν περίφημα μωβ λικέρ, το Mirto rosso liqueur από μύρτα και το Mirto bianco liqueur από φύλλα μυρτιάς, που παραθέτουμε τις συνταγές τους στο Επίμετρο.
                                                                                 
     Κατά τη Μυθολογία, η μυρσίνη ή μύρτος ή μυρτιά ήταν ιερό φυτό της θεάς Άρτεμης και της θεάς Αφροδίτης και συμβόλιζε την ομορφιά, τα νιάτα, τη γονιμότητα, τη δόξα και την παρθενία. Γι’ αυτό στην Ανατολή τη χρησιμοποιούσαν για το στολισμό της νύφης. Ακόμα και σήμερα στην Ανατολή η νύφη κρατά ανθοδέσμη με άνθη μυρτιάς. Το νυφικό της Κέιτ Μίντλετον, που παντρεύτηκε τον πρίγκηπα Ουίλλιαμ της Αγγλίας, είχε δαντέλα με διακοσμητικά μοτίβα μυρτιάς. 

Υπάρχουν αρκετοί μύθοι γι’ αυτήν:
                                                                   
     Ένας μύθος αναφέρει πως η Μυρσίνη ήταν αγαπητή φίλη της θεάς Αθηνάς, που τη μεταμόρφωσε σε φυτό, όταν ψυχορραγούσε.
                          
     «Μυρτιδιώτισσα» μπορούμε να χαρακτηρίσουμε και την «Ουρανία» Αφροδίτη, κόρη του Ουρανού. Η Γαία, που είχε βαρεθεί να γεννά, συνέπραξε με το γιο της Κρόνο, έκοψαν τα γεννητικά όργανα του Ουρανού και τα πέταξαν στη θάλασσα. Από τον αφρό των κυμάτων, όπου είχε πέσει το σπέρμα του Ουρανού, γεννήθηκε η Ουρανία Αφροδίτη και αναδύθηκε από τη θάλασσα κοντά στα Κύθηρα, γι’ αυτό ονομάζεται και «Κυθέρεια». Κολυμπώντας βγήκε στην Πάφο της Κύπρου γι’ αυτό λέγεται και «Κύπρις»  κι αμέσως έτρεξε να κρύψει τη γύμνια της πίσω από μυρτιές, που έγιναν το ιερό φυτό της.

     Άλλος μύθος μιλά για τη βασιλοπούλα της Συρίας Μύρρα ή Σμύρνα, κόρη του Θείαντα, που καυχήθηκε πως ήταν ομορφότερη από την Αφροδίτη. Κατ' άλλους, η Μύρρα ήταν πριγκίπισσα της Πάφου, κόρη του Κινύρα. Οργισμένη η θεά της προκάλεσε ανόσιο έρωτα για τον πατέρα της, που κατάφερε μεταμφιεσμένη σε δούλα να τον ξεγελάσει και να ενωθεί μαζί του δώδεκα νύχτες. Όταν συνήλθε, κατάλαβε τη θανάσιμη αμαρτία της και, διωγμένη από τον πατέρα της, έτρεξε να κρυφτεί στο δάσος. Η θεά τη λυπήθηκε και τη μεταμόρφωσε σε μυρτιά. Κάποια μέρα, ο φλοιός της μυρτιάς έσκασε και βγήκε ένα παιδί, ο ωραίος Άδωνις, αγαπημένος της Αφροδίτης και της Περσεφόνης.

     Ένας άλλος αιτιολογικός μύθος εξηγεί γιατί τα φύλλα της μυρτιάς κόντρα στο φως φαίνονται σαν να είναι γεμάτα τρύπες. Η κόρη του Μίνωα Φαίδρα, δεύτερη σύζυγος του βασιλιά της Αθήνας Θησέα, ερωτεύτηκε με πάθος τον Ιππόλυτο, γιο του άντρα της, που ζούσε με αγνότητα στην Τροιζήνα. Ο νέος απέκρουσε τον έρωτα της μητριάς του, η οποία, για να τον εκδικηθεί, είπε στο Θησέα πως ο γιος του της έκανε ανήθικες ερωτικές προτάσεις. Ο Θησέας την πίστεψε και ζήτησε από τον Ποσειδώνα να σκοτώσει τον Ιππόλυτο. Τότε ένα θαλάσσιο τέρας βγήκε από τη θάλασσα, έπεσε πάνω στο άρμα του Ιππόλυτου και σκότωσε τον άτυχο νέο. Η Φαίδρα, θυμωμένη από την περιφρόνηση του Ιππόλυτου, τρυπούσε με καρφίτσα τα φύλλα της μυρτιάς, πριν κρεμαστεί από τα κλαδιά της. Στην πραγματικότητα, σαν τρύπες φαίνονται οι πάμπολλοι αδένες με αιθέριο έλαιο που έχουν τα φύλλα της μυρτιάς, γι’ αυτό και είναι αρωματικά.
                                                                  
      Ιστορικά πρόσωπα με ονόματα συγγενικά της λέξης μυρτιά αναφέρονται:
                                                                                           
     Μύρινα: Βασίλισσα των Αμαζόνων, η οποία το 14ο αι. π.Χ. εξεστράτευσε στη Μ. Ασία και συνέτριψε τους Άτλαντες (Πηγές: Βικιπαίδεια, Διόδωρος ο Σικελιώτης, Ιστορική Βιβλιοθήκη ΙΙΙ, 52-54).  
                            
     Μύρτις: Λυρική ποιήτρια από την Ανθηδόνα της Βοιωτίας, δασκάλα της ποιήτριας Κόριννας από την Τανάγρα. Έζησε στις αρχές και τα μέσα του 5ου π.Χ. αι. και περιλαμβάνεται στο λυρικό κανόνα των Αλεξανδρινών. Από ποιήματά της, που τα έγραφε στη βοιωτική διάλεκτο, σώθηκε μόνο ένα σε πεζή μετάφραση στον Πλούταρχο (45-120 μ.Χ.), που αναφέρεται σε μια ερωτική τραγωδία.          
                                                                                          
     Μυρσίλος: Τύραννος της Μυτιλήνης, που πήρε την εξουσία το 609 π.Χ., μετά την εξόντωση του τύραννου Μέλαγχρου. Ο Πιττακός ο Μυτιληναίος (652/649 – 578 ή 570 π.Χ.) και ο ποιητής Αλκαίος (περ. 640-560 π.Χ.) οργάνωσαν εναντίον του «εταιρεία». Το 603 π.Χ. πέθανε ο Μυρσίλος, κι ο Αλκαίος έγραψε σε στασιωτικό ποίημά του: «Βάλτε να πιούμε! Πέθανε ο τύραννος Μυρσίλος». Ακολούθησαν εμφύλιες διαμάχες και τέλος ορίστηκε αισυμνήτης (αιρετός διαιτητής) ο σοφός Πιττακός (590-580 π.Χ.), ο οποίο παρέδωσε την εξουσία όταν τέλειωσε η θητεία του.
      Μύρσος: Πατέρας του βασιλιά της Λυδίας Κανδαύλη στη Μ. Ασία. 

    Μυρσίλος: Έτσι αυτοαποκαλούνταν ο βασιλιάς της Λυδίας Κανδαύλης, γιος του Μύρσου, που δολοφονήθηκε από το φρουρό του Γύγη, κατόπιν απαίτησης της γυναίκας του Κανδαύλη, γιατί την πρόσβαλε, επιτρέποντας στον αυλικό του να τη δει γυμνή, για να διαπιστώσει πόσο ωραία ήταν. Ο Γύγης ήταν πρόγονος του ονομαστού για τα πλούτη του βασιλιά της Λυδίας Κροίσου (Ηροδότου «Ιστορία», Βιβλίο Α΄-Κλειώ). 

     Μυρτάλη: Μητέρα του Μ. Αλεξάνδρου, η οποία, κατά τον ιστορικό W. Heckel, ονομαζόταν Πολυξένη ως παιδί, Μυρτάλη όταν παντρεύτηκε το βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο, Ολυμπιάς, μετά τη νίκη του Φιλίππου στους Ολυμπιακούς Αγώνες το 356 π.Χ. και Στρατονίκη αργότερα (Πηγή: http://songslion.wordpress.com/).   
                                    
     Μυρσίλος: Συγγραφέας του 3ου π.Χ. αι. από τη Μήθυμνα της Λέσβου. Έργο του τα «Λεσβιακά» (Πηγή: Πλούταρχος, Ηθικά, 6, 1).  
                    
      Μύρσιλος Α΄ (Mursili I), Μύρσιλος Β΄ ο Κατακτητής (Mursili II),  πατέρας του Άτλαντα, Μύρσιλος Γ΄ ο Ασθενής (Mursili III): Χετταίοι βασιλείς.
                                
     Μύρτις ονομάστηκε από τους αρχαιολόγους και η εντεκάχρονη Αθηναία, που πέθανε το 430 π.Χ. από το λοιμό (τυφοειδή πυρετό), κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου (431-404 π.Χ.). Το κρανίο της βρέθηκε το 1994-1995 σε ομαδικό τάφο στον Κεραμεικό, αναπλάστηκε κι εκτίθεται σήμερα σε μουσεία.
(http://www.myrtis.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=65&Itemid=120&lang=el)  
     
      
     Στη χριστιανική θρησκεία, στις 24 Σεπτέμβρη τιμάται η εύρεση θαυματουργής εικόνας της Παναγίας στα Κύθηρα μέσα σε μυρτιές, που γι’ αυτό το λόγο την ονόμασαν Παναγία Μυρτιδιώτισσα και την περιοχή Μυρτίδια. Τη μέρα εκείνη εορτάζουν όσες ονομάζονται Μυρσίνη ή Μυρτώ, όνομα πολύ συνηθισμένο στο Παλαιοχώρι, στη Λέσβο γενικά. Στη Λέσβο η γυναικεία Μονή Μυρσινιώτισσας, με σχολείο για κορίτσια κατά την τουρκοκρατία. Στη Χίο υπάρχει η παραθαλάσσια Μονή Παναγίας Μυρτιδιώτισσας, το λεγόμενο «Μερσινίδι». Στην Κρήτη η «Αγία Μυρτιά» (βλέπε Επίμετρο). Στην Αττική υπάρχει ναός Παναγίας Μυρτιδιώτισσας στον Άλιμο. Η Παναγία Μυρτιδιώτισσα είναι πολιούχος της Πύλου στην Πελοπόννησο.
                                                                
      
Ἀπολυτίκιον Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης
χος δ΄. Ταχ προκατάλαβε
         
     ς κρήνη κένωτος, τν παρά σοι γαθν, Εκών σου χραντος τος Κυθηρίοις γνή, δόθη κραυγάζουσι. χαρε προστασία πάντων τν δεομένων. χαρε Σωτηρία, τν τιμώντων σε πόθ. χαρε τ παραλύτ, τν ασιν βραβεύουσα.
  
Μεγαλυνάριον
   
     φθης τν Κυθήρων καταφυγή, ξαιρέτ τρόπ ναβλύζουσα ν ατος, κ τς σς Εκόνος, προνοίας σου τ εθρα, Κεχαριτωμένη. δι μνομέν σε.
                                                                                 
(Πηγές: Αρχιμανδρίτου Χαραλάμπους Δ. Βασιλόπουλου «Βίοι γίων», τεύχος 38: «Παναγία Μυρτιδιώτισσα», Εκδόσεις ″Ορθόδοξου Τύπου″, σελ. 28 και Βικιπαίδεια)
                                                                  
     Στη λαϊκή τέχνη, το ξύλο της μυρτιάς είναι ανθεκτικό, κατάλληλο για τη μικροξυλογλυπτική, ενώ τα κλαδιά της χρησιμοποιούνται στην καλαθοπλεκτική. Το μοτίβο της μυρτιάς είναι ιδιαίτερα αγαπητό, ιδιαίτερα στην κεντητική, στην πλεκτική, στην υφαντική και στη ζωγραφική πήλινων χρηστικών ή διακοσμητικών αντικειμένων. Γιρλάντες με σχηματοποιημένα πράσινα φύλλα και σκούρους καρπούς μυρτιάς κεντούσαν παλιά στα κάθε λογής εργόχειρα και στα σκολιανά ρούχα. Το μοτίβο αυτό έμπαινε γύρω - γύρω σαν μπορντούρα ή σαν διαχωριστική γραμμή κάθετη ή σταυρωτή, κυρίως στα κεντητά χαλάκια και μαξιλάρια πάνω σε λινάτσα. Ήταν ένα όμορφο και σχετικά εύκολο σχέδιο, που έφτιαχναν τα μικρά κορίτσια, όταν άρχιζαν να μαθαίνουν κέντημα, από τις πρώτες κιόλας τάξεις του δημοτικού σχολείου. Μοτίβα μυρτιάς ύφαιναν και στα δύο «κεφάλια» στα χαλάκια. Τέτοια εργόχειρα ίσως υπάρχουν ακόμα στο Παλαιοχώρι. Κάθετες γιρλάντες με φύλλα μυρτιάς στο εμπρός μέρος και στα μανίκια διακοσμούν ζακέτες πλεγμένες με βελόνες κι εργόχειρα με βελονάκι. Αγαπητό διακοσμητικό μοτίβο για κουβέρτες φύλλα μυρτιάς διαγωνίως σταυρωτά, που στις ενώσεις τους σχηματίζουν ροζέτα. 
      
   
Χειροποίητη πλεκτή κουβέρτα – Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Παράδοσης, οικία Αγγελικής Χατζημιχάλη στην Πλάκα. Πηγή: http://1.bp.blogspot.com/
                                               
     Στην ελληνική ποίηση, αρχαία αλλά και νεότερη, η λ. "μυρσίνη" εξακολουθεί να φέρνει στο νου θρησκευτικές γιορτές (Δ. Χριστοδούλου - Μάνου Λοΐζου «… για της Μυρσίνης την ποδιά μια Παναγιά») και αποτελεί σύμβολο δόξας. Στις ωδές και στους επίνικους οι λυρικοί ποιητές, όπως ο Πίνδαρος, χρησιμοποιούν και τους δύο αρχαιόπρεπους τύπους της λέξης, ως σύμβολα δόξας: «μυρσίνη»/«μυρτίνη» και «μύρτος». Ο Λέσβιος συγγραφέας Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996), στο μελοποιημένο ποιητικό έργο του «Άξιον Εστί», στο άσμα ΣΤ΄ (εκδ. "Ίκαρος", Αθήνα 1978, σελ. 46), εύχεται να μη λείψει ποτέ από την Ελλάδα η Δικαιοσύνη και η Δόξα-«μυρσίνη δοξαστική», ενώ στα άσματα ΙΖ΄ (σελ. 69) και ΙΗ΄(σελ. 70) αναφέρει τον τύπο «μυρτιά»:
    
        «Της Δικαιοσύνης Ήλιε Νοητέ και μυρσίνη εσύ δοξαστική,
         μη παρακαλώ σας μη λησμονάτε τη χώρα μου.»

        «Πύλη λευκή το ανόσιο συρματόπλεγμα.
                 Όθε με δόξα θα περάσω.
         Τα λόγια που με πρόδωσαν και τα ραπίσματα έχοντας
                 γίνει μυρτιές και φοινικόκλαρα:
         Ωσαννά σημαίνοντας ο ερχόμενος!»  

                  «Γενεές μυρτιάς μ’ αναγνωρίζουν
           από τότε που έτρεμα στο τέμπλο του νερού,
                  άγιος, άγιος, φωνάζοντας.» 


      Οδυσσέα Ελύτη «Αιθρίες», XV
  
       "Ήβη της μέρας πρώτη κρήνη της χαράς
        Η αρχαία μυρσίνη τινάζει τη σημαία της
        Θ' ανοίξει ο κόλπος των κορυδαλλών στο φως
        Κι ένα τραγούδι θα σταθεί μετέωρο
        Σπέρνοντας τα χρυσά κριθάρια της φωτιάς
        Στους πέντε ανέμους
        Λευτερώνοντας τη γήινη ομορφιά."

       (Πηγή: http://douridasliterature.com/apanta-elytis.html) 
                            
     Ο Ανδρέας Κάλβος (1792-1867), στην ωδή «Εις τον Ιερόν Λόχον» για τους Ιερολοχίτες που σκοτώθηκαν το 1821 στο Δραγατσάνι, κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, προσφέρει μυρτιά  "φύλλον ατίμητον" – και κυπαρίσσι για τους νεκρούς ήρωες (Άπαντα, συλλογή «Λύρα», Εκδ. Πέλλα″, Αθήνα, σ. 29):
 
       «Σας άρπαξεν η τύχη
        την νικητήριον δάφνην,
        και από μυρτιάν σας έπλεξε
        και πένθιμον κυπάρισσον
            στέφανον άλλον.

        Αλλ’ αν τις αποθάνει
        διά την πατρίδα, η μύρτος
        είναι φύλλον ατίμητον,
        και καλά τα κλαδιά
            της κυπαρίσσου
                                 
    Σήμερα δεν νοείται εθνική επέτειος, χωρίς στολισμό με μυρσίνες. Επαναλαμβάνουμε την πατροπαράδοτη συνήθεια και μεταλαβαίνουμε αθάνατο ελληνικό νερό από την αρχαία ανάβρα. Σχολειά, εκκλησιές, δημόσια κτίρια είναι σε τέτοιες μέρες μνήμης όλα μυρτοστολισμένα. Η Πατρίδα τιμά τους ήρωες με σύμβολα και λυρικά τραγούδια. Για τη Λέσβο μας, η 8η Νοεμβρίου είναι η μέρα που εορτάζουμε την απελευθέρωσή μας από τους Τούρκους το 1912, που την έκρινε η Μάχη στον Κλαπάδο. Σ’ αυτούς που σκοτώθηκαν στον Κλαπάδο, ο Εμμανουήλ Δαυίδ (1860-1943) αφιέρωσε το ποίημα «Το αίμα σας» (Κ. Μίσσιου «Ανθολόγιο Λεσβίων Ποιητών», τόμος 8ος, Μυτιλήνη 1998, σελ. 443), την τρίτη στροφή του οποίου παραθέτουμε παρακάτω:  
           
        «Το αίμα σας που χύθηκε εδώ σ’ αυτή τη γη
         τα άστρα θα το κλέψουνε τη νύχτα με ακτίνες
         και θα το κάνουνε δροσιά να πέφτει την αυγή,
         για να δροσίζει τις ελιές, τις δάφνες, τις μυρσίνες.
         Κι όταν γυρνά η άνοιξη, θα κόβουν τα κλαδιά
         και θα σας πλέκουν στέφανα της Λέσβου τα παιδιά.»
                       
     O Σκιαθίτης Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851-1911), ο οποίος έχει δώσει το όνομα Μυρσίνη/Αμέρσα σε κάποιες ηρωίδες των πεζών έργων του (στη «Φόνισσα», η δευτερότοκη κόρη της Φραγκογιαννούς λέγεται Αμέρσα), στο μελοποιημένο ποίημά του «Η Κοιμάμενη Βασιλοπούλα», αντλεί από το παραμύθι το μύθο της ωραίας κοιμωμένης, για να στείλει μυστικό τραγούδι-μήνυμα στη σκλαβωμένη Βασιλεύουσα Πόλη και μια «χρυσόχλωρη μυρτούλα», που συμβολίζει τη χρυσή, πάντα ζωντανή, ελπίδα λύτρωσής της, όταν «με χρόνους με καιρούς» θα ξυπνήσει του Γένους ο εκδικητής, που κοιμάται στα υπόγεια της Αγιά-Σοφιάς.                          
                      
        «Σ’ είσ’ η Κοιμάμενη Βασιλοπούλα,
         που όλ’ η Ελλάς, νανούρισμα γλυκό,
         σου στέλνει ένα τραγούδι μυστικό
         και μια χρυσόχλωρη μυρτούλα 
                    
    Εκπροσωπώντας τον εξωμητροπολιτικό Ελληνισμό ο Θανάσης Σπύρου, γράφει στην πρώτη στροφή του ποιήματός του «Αλύτρωτα παιδιά» για τους αλύτρωτους Έλληνες: (http://www.himara.gr/blog/tags/tag/448-θανάσης-σπύρου). 
                                             
        «Αθώων αίμα ποτίζει
         μια αλύτρωτη μυρσίνη
         Της πατρίδας μας η ζωή     
         διψά για δικαιοσύνη.»
                                                               
     Ο Γιάννης Ρίτσος (1909-1990), στο όγδοο από τα «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής Πατρίδας» (εκδόσεις ″Κέδρος″), ζωγραφίζει μια όμορφη βουκολική εικόνα της ελληνικής εξοχής, που την ομορφαίνουν το πράσινο της μυρτιάς και το κόκκινο της παπαρούνας. Γραμμένα στην εξορία στα χρόνια της δικτατορίας (1967-1973), είναι ταυτόχρονα ύμνος στις φυσικές ομορφιές της Ελλάδας και αλληγορικό μήνυμα ελπίδας επαναφοράς της Δημοκρατίας. 
                     
       Πράσινη μέρα
                        
       «Πράσινη μέρα λιόβολη, καλή πλαγιά σπαρμένη
        κουδούνια και βελάσματα, μυρτιές και παπαρούνες.
        Η κόρη πλέκει τα προικιά κι ο νιος πλέκει καλάθια
        και τα τραγιά γιαλό - γιαλό βοσκάνε τ’ άσπρο αλάτι.» 
                                                                                                   
    Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε άπειρα παραδείγματα από την πλούσια ποιητική κληρονομιά μας, καθώς η μυρτιά, μαζί με τη δάφνη και την ελιά, στολίζουν τους στίχους πολλών ποιητών μας. Κι αλήθεια, έχετε προσέξει πόσο μοιάζουν αυτά τα τρία φυτά στο χρώμα, στο σχήμα και στη διάταξη των φύλλων τους, στο χρώμα και στο σχήμα των καρπών τους, στην ομορφιά και στο συμβολισμό τους; Η δάφνη, σύμβολο νίκης σε αθλητικούς και ποιητικούς αγώνες κυρίως, επίσης σύμβολο διάκρισης και δόξας σε αγώνες για την ελευθερία της πατρίδας, στεφανώνει τους νικητές κατά τις επινίκιες εορτές. Η μυρτιά, σύμβολο δόξας που κερδήθηκε μετά από ηρωικό θάνατο-θυσία για χάρη της πατρίδας ή της θρησκείας, στεφανώνει βωμούς, εκκλησιές, ηρώα. Η ελιά, στεφάνι νίκης για ολυμπιονίκες, σύμβολο ειρήνης και προκοπής. Χρυσά στεφάνια μυρτιάς και ελιάς βρέθηκαν στους μακεδονικούς βασιλικούς τάφους της Βεργίνας. Σε μινωική τοιχογραφία της Κρήτης υπάρχει η «τοιχογραφία των στεφανιών». Ομορφιά – Δημιουργία – Προσφορά, η τρίπτυχη όψη της Ελλάδας.  
                         
     Αλλά και στην ανώνυμη λαϊκή ποίηση συναντούμε δίστιχα τραγούδια υμνητικά του ονόματος Μυρσίνη, με την κυριολεκτική ή την αλληγορική σημασία της λέξης, όπως το παρακάτω, που στο Παλαιοχώρι το απαγγέλλουν στις Μυρσινούλες σε κάθε γιορτή, αφού συνηθίζεται να στολίζουν με κλαδιά μυρσίνης την εξώπορτα της εκκλησίας, τις εικόνες όλων των αγίων στο πανηγύρι τους, παλαιότερα και το δάπεδο του ναού:
                             
          «Μυρσίνη χρυσοπράσινη, της εκκλησιάς στολίδι,
           χωρίς εσέ δε γίνεται κανένα πανηγύρι.»

     Μέρος αυτού του κειμένου έχουμε δημοσιεύσει στο πρδκ. «Τα Παλιοχωριανά» (τεύχος 60ό, Οκτ.-Δεκ. 1995, σελ. 972-974), ως απάντηση σε επιστολή της αείμνηστης Μυρσίνης Μάρκου-Μαλαμά, συζύγου του Σπύρου Μαλαμά, από Αυστραλία, η οποία αγνοούσε ότι και οι Μυρσίνες έχουν τη δική τους χριστιανική ονομαστική γιορτή. Γιατί παλιά, στο συγκοινωνιακά αποκλεισμένο Παλαιοχώρι, δεν ήταν γνωστή αυτή η εορτή. Η γυναικεία Μονή Μυρσινιωτίσσης στην περιοχή Καλλονής Λέσβου, που ιδρύθηκε το 12ο αι. και ανασυστάθηκε το 1523 από τον Άγιο Ιγνάτιο Αγαλλιανό, απέχει αρκετά από το χωριό μας. Για τη θρησκευτική παράδοση της ανεύρεσης της εικόνας της Παναγίας και το ιστορικό του μοναστηριού «της Μυρσίνης» μπορείτε να διαβάσετε στο: (http://ahdoni.blogspot.gr/2011/09/blog-post_3157.html).
     Δημοσιεύουμε παρακάτω το ποίημα που μας έστειλε η Μυρσίνη για την εγγονούλα της. Πρόκειται για συμπλήρωση δύο ευχετικών λαϊκών δίστιχων τραγουδιών (1ο, 3ο), που θα τα βρείτε και σε παλαιότερη ανάρτησή μας («Ευχετικά Τραγούδια»/25-3-2013), με δύο δικά της δίστιχα (2ο, 4ο), που τα έγραψε για την εγγονούλα της Μυρσίνη, παιδί της κόρη της Ελένης Σπ. Μαλαμά και του Νίκου Χρ. Ανδρόνικου, που ζουν στην Αυστραλία. Η ευχή της Μυρσίνης, που ο πρόωρος θάνατός της την άφησε ανεκπλήρωτη, γέμισε τα μάτια μας δάκρυα συγκίνησης, και γιατί τα τελευταία χρόνια μάς έρχονται από την Αυστραλία πολλά μαντάτα για θανάτους συγχωριανών μας. 
                                            
        Ποίημα της Μυρσίνης Μάρκου - Μαλαμά
                    
  (1)   «Άγγελοι σε βαφτίσανε κι η Παναγιά νονά σου,
          γι’ αυτό και σου το είπανε Μυρσίνη τ’ όνομά σου.

  (2)    Για να στολίζεις εκκλησιές, ήρωες και εικόνες
          κι όλου του χρόνου τις γιορτές να τις γιορτάζεις όλες.

  (3)    Μυρσίνη χρυσοπράσινη, της εκκλησιάς στολίδι,
          χωρίς εσέ δεν γίνεται κανένα πανηγύρι.

  (4)    Θεέ μου, σε παρακαλώ ν’ αξιωθώ να ζήσω,
          γριούλα μ’ άσπρα τα μαλλιά νύφη να τη στολίσω.»

     Στην πρόωρα χαμένη από καρκίνο Μυρσίνη Μάρκου - Μαλαμά αφιερώνουμε τα παρακάτω τρία δικά μας δίστιχα σε δεκαπεντασύλλαβο ομοιοκατάληκτο στίχο, που έχουμε γράψει για να μη σταματήσει η παράδοση:
               
         «Δώσ’ μου, μυρτιά, τα μύρτα σου, τους πράσινούς σου κλώνους, 
          για να μυρώνω τις πληγές και τους μεγάλους πόνους.» 

         «Μυρτιά μου, με τα μύρτα σου βάλσαμο θε να κάνω,
          να τριγυρίσω πά’ στη γη, βαθιές πληγές να ’γιάνω.»  
     
         «Χρυσή μυρτιά μαράθηκε, τα φύλλα της μαδήσαν,
          τα μυρωδάτα μύρτα της στη γης κατρακυλήσαν.»
  
     Θα τελειώσουμε αυτό το γραπτό φέρνοντας στο νου όσων διατηρούν ακόμα αναμνήσεις από το παλιό Παλαιοχώρι μιαν όμορφη εικόνα: πάνω στο περβάζι του ανοιχτού παράθυρου ένα πήλινο κουμάρι μ’ ένα ματσάκι κλωνάρια μυρτιάς στο στόμιο και στο τραπέζι ένα κανάτι με χρυσοπράσινες μυρσίνες, που ευφραίνανε τα μάτια και την απλή καρδιά του παλιού Παλιοχωριανού…  




Ε Π Ι Μ Ε Τ Ρ Ο
                      
ΜΥΘΟΣ ΑΙΣΩΠΟΥ
                 
Κίχλα
  
     ν τινι μυρσιννι κίχλα νέμετο. δι δ τν γλυκύτητα το καρπο οκ φίστατο. ξευτς δ παρατηρησάμενος μφιλοχωροσαν ξεύσας συνέλαβε. Κα δ μέλλουσα ναιρεσθαι φη. «Δειλαία εμί, τις δι τροφς γλυκύτητα σωτηρίας στερίσκομαι».
     λόγος πρς νδρα σωτον δι’ δυπάθειαν πολωλότα εκαιρός στιν.
                           
(Πηγή: «Ασώπου μθοι», μτφ. Α. Τάσου, Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, τόμος Α΄, αρ. 157, σελ. 71, Ελληνικός Εκδοτικός Οργανισμός, Αθήνα)
Η τσίχλα
                                      
     Σ’ ένα δασάκι από μυρσίνες έβοσκε μια τσίχλα και δεν ξεκολλούσε από εκεί, από τη γλύκα του καρπού. Ένας πουλολόγος, που την επεσήμανε πως βρισκόταν όλο εκεί γύρω, έστησε ξόβεργες και την έπιασε. Κι αυτή, την ώρα που θα την έσφαζαν, λέει: «Είμαι κοπάνι. για τη γλύκα του φαγητού χάνω τη ζωή μου».
     Ο μύθος ταιριάζει στον άσωτο άνθρωπο που καταστρέφεται από την κλίση του στις ηδονές. 
                                    
(Πηγή: «Αισώπου μύθοι», μτφ. Α. Τάσου, Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, τόμος Α΄, αρ. 157, η μετάφραση στις σελ. 71-72, Ελληνικός Εκδοτικός Οργανισμός, Αθήνα)



*****

Μια έμμετρη απόδοση του αισώπειου μύθου βρήκαμε στο Περιοδικό "Εθνικόν Ημερολόγιον Βρετού", στην ψηφιακή βάση "Πλειάς" του Πανεπιστημίου Πατρών:
     
       Μῦθος 55.
Κίχλα καὶ μυρσίνη

Κίχλα λαίμαργος, εὑροῦσα
κλάδον θάλλοντα μυρσίνης,
ἐκαθέσθη, ἐξ ἐκείνης
τρώγουσα καὶ κελαδοῦσα.

Ἔλεγε δ’ εὐφραινομένη∙
«Ὁ καρπός σου, ὦ μυρσίνη,
καὶ τὸν λάρυγγα ἡδύνει
καὶ τὴν ὄσφρησιν εὐφραίνει.»

Ἔχουσαν τὸν νοῦν της ὅλως
πρὸς αὐτὴν προσηλωμένον,
παῖς ἐκεῖθεν διαβαίνων
τὴν συνέλαβεν εὐκόλως.

Θνήσκουσα δ’ αὐτὴ ἐθρήνει
μετὰ πάθους καὶ πικρίας∙
«Ὄλεθρός μου τῆς ἀθλίας
ἡ γλυκύτης σου, μυρσίνη.»

        --------------
Ἄσωτος κι ἡδυπαθὴς
ἄνθρωπος πολυπαθής.


(Πηγή: Περιοδικό «Εθνικόν Ημερολόγιον Βρετού», έτος Ι (1870), τεύχος 1ο, Μύθοι έμμετροι/μύθος 55, σελ. 143-144, ψηφιακή συλλογή Πλειάς του Πανεπιστημίου Πατρών: http://pleias.lis.upatras.gr/index.php/vretou/article/view/7445/7441)


                                                                                                                     
*****

ΕΝΑΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΣ ΜΥΘΟΣ
                 
Ευλογημένη μυρτιά
  
     Σύμφωνα με κάποιο χριστιανικό μύθο, η μυρτιά είναι ευλογημένο φυτό. Και να γιατί. Την εποχή που οι Εβραίοι κυνηγούσαν το Χριστό να τον πιάσουν, Εκείνος, για να τους ξεφύγει, βρήκε στο δρόμο του μια μυρτιά και κρύφτηκε ανάμεσα στα κλαδιά της. Περνούν οι Εβραίοι και τη ρωτούν: 
     «Μην είδες το Χριστό;» 
     «Όχι», απάντησε η μυρτιά. Κι οι Εβραίοι την πίστεψαν κι έφυγαν. Ο Χριστός γι' αυτή της την καλή πράξη την ευλόγησε και της έδωσε την ευχή του.
          
  (Πηγή: Σακελλαρίου Χάρη «Μύθοι και περίεργα από τον κόσμο των φυτών», Έκδοση Βιβλιοπωλείου της "Εστίας", Αθήνα 2009, σελ. 203-204)


                                                         
*****
ΑΙΝΙΓΜΑTA
                 
Άσπρα μαύρα πρόβατα
κι ξυλένιους η τσουμπάν'ς.
                                           (ανισρέμ)

Άσπρα μαύρα ταλαχτένια
τσ' ούλου γουργουλάτα ξύλα.
                                           (ανισρέμ)



*****


ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ

Άσπρης μυρθιάς μυρτιόφυλλο, πράσινης δάφνης φύλλο,
εσύ ’σαι που γεννήθηκες ομάδι με τον ήλιο.

Με τι σε πότισαν, μυρτιά, και βγάζεις τέτοια κλώνια,
σε συζητάνε τα πουλιά και σου λαλούν τα αηδόνια.

Θα κόψω δάφνες και μυρτιές από τον Ψηλορείτη,
να στεφανώσω τους νεκρούς που δόξασαν την Κρήτη.

Άσπρης μυρτιάς μυρτιόφυλλο και μαντζουράνας φύλλο,
δυο  λόγια θέλω να σου πω, μα τον καιρό δε βρίνω.

Δάφνη, μυρτιά και αζίλακα φύτεψα στην καρδιά μου,
για να κοιμάσαι στη σκιά μέσα στην αγκαλιά μου.

Ψηλής μυρτιάς μυρτόφυλλο, πράσινης δάφνης φύλλο, 
άσπρη στρογγυλοπρόσωπη και θάμπωσες τον ήλιο.

Στολίζεις εικονίσματα μέσα στην εκκλησία
ακόμα και Μυρτιδιώτισσα υπάρχει Παναγία.

Σαν τη μυρτιά που διατηρεί το πράσινό της χρώμα, 
έτσι κι εγώ θα σ' αγαπώ, μέχρι να μπω στο χώμα.




ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ

Παιδάκι μου στην κούνια σου τρία δέντρα θα φυτέψω.  
Το ’να να λένε μυρσινιά, τ’ άλλο να λένε δάφνη,  
το τρίτο το καλύτερο τριανταφυλλιά με τ’ άνθη.
Να σειεί άνεμος τη μυρσινιά κι η μυρσινιά τη δάφνη

κι η δάφνη την τριανταφυλλιά, να σε ραντίζουν τ’  άνθη.



Όπως αναφέρει η δασκάλα Τιάμαρου Άννα στην εργασία της «Λαογραφικά χωριού Λυκόφωτος Έβρου», τα παιδιά του σχολείου τις Απόκριες και σε άλλες γιορτές τραγουδούσανε το παρακάτω τραγούδι και χορεύανε χωριστό χορό:

Αχ τεπέ μου που τραγουδείς της λευτεριάς τραγούδια
που τα κορίτσια αγαπούν του κάμπου τα λουλούδια
Εκεί να βάλω να μου πουν του Δήμου το τραγούδι
ν’ ανοίξει η καρδούλα μου σαν μυρσινιάς λουλούδι.




*****


ΜΕΛΟΠΟΙΗΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
                                          
Η Μυρσίνη τ' άσπρα βάζει
                          
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος  
Μουσική: Μίμης Πλέσσας
Τραγούδι: Γιάννης Πουλόπουλος, Πόπη Αστεριάδη
Δίσκος: «Ο Δρόμος» (1969)

Η Μυρσίνη βάζει τ’ άσπρα και γιομίζ’ η γειτονιά
τριανταφυλλάκια κι άστρα κι ανοιξιάτικα κλωνιά.
Η Μυρσίνη τ’ άσπρα βάζει, άσπρο κρίνο στο περβάζι,
και μεθάει η γειτονιά.

Να ’χα, λέει, ένα βαρκάκι με πανάκι σταυρωτό
και με σένα, Μυρσινάκι, μια βραδιά να ξανοιχτώ
στου πελάου τα μονοπάτια, μαύρα όμορφά μου μάτια,
που μπροστά σας ξενυχτώ.

Μα δεν έχω τη βαρκούλα, να σε κλέψω μια βραδιά.
Έχω μόνο μια καρδούλα, πικραμένη και βαριά.
Και τη ρίχνω στο περβάζι, μπας και δεις ότι σπαράζει
και μου κάνεις την καρδιά.
                
(Πηγή: Βίντεο youtube – Ανοίξτε την παρακάτω υπερσύνδεση):
                     
     Μυρτιά
     
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Δ/ση ενορχήστρωσης: Μάνος Χατζηδάκις
Τραγούδι: Γιοβάννα

Είχα μια θάλασσα στο νου
κι ένα περβόλι, περιβόλι τ’ ουρανού.
Την ώρα π’ άνοιγα πανιά
για την απάνω γειτονιά.

Στα παραθύρια τα πλατιά
χαμογελούσε μια μυρτιά.
Κουράστηκα να περπατώ
και τη ρωτώ και τη ρωτώ.

Πες μου, μυρτιά, να σε χαρώ:
πού θα βρω χώμα, θα βρω χώμα και νερό,
να ξαναχτίσω μια φωλιά
για της αγάπης τα πουλιά;
                                
Στα παραθύρια τα πλατιά
είδα και δάκρυσε η μυρτιά.
Την ώρα π’ άνοιγα πανιά
για την απάνω γειτονιά.
                  
(Πηγή: Βίντεο youtube - Ανοίξτε την παρακάτω υπερσύνδεση):  
                                       
Πες μου, μυρτιά, να σε χαρώ,
πού θά 'βρω ελπίδα, θά 'βρω ελπίδα, να χαρώ;
                  
(Διασκευή στίχου, που μας αφιέρωσε η Μαρία Σαχά - Γιαννοπούλου)
                                                                                                                           
   Της Δικαιοσύνης Ήλιε Νοητέ 
                  
Ποίηση: Οδυσσέα Ελύτη «Άξιον Εστί»
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Τραγούδι: Γιάννης Κότσιρας

Της Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ και μυρσίνη εσύ δοξαστική,
μη παρακαλώ σας μη λησμονάτε τη χώρα μου.

Αετόμορφα τα έχει τα ψηλά βουνά, στα ηφαίστεια κλήματα σειρά
και τα σπίτια πιο λευκά στου γλαυκού το γειτόνεμα.

Τα πικρά μου χέρια με τον Κεραυνό τα γυρίζω πίσω απ’ τον καιρό
τους παλιούς φίλους καλώ με φοβέρες και μ’ αίματα.

Της Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ και μυρσίνη εσύ δοξαστική,
μη παρακαλώ σας μη λησμονάτε τη χώρα μου.
               
(Πηγή: Οδυσσέα Ελύτη «Άξιον Εστί», Εκδόσεις ″Ίκαρος″, Αθήνα 1978, σελ. 46)
                                                                         
     Καλημέρα ήλιε   
                
Στίχοι: Δημήτρης Χριστοδούλου
Μουσική: Μάνος Λοΐζος
Τραγούδι: Κώστας Σμοκοβίτης, Αλέκα Αλιμπέρη και Χορωδία

Θα τον μεθύσουμε τον ήλιο, σίγουρα, ναι.
Θα τον τρελάνουμε το φίλο, σίγουρα, ναι,
με το νταούλι και με το ζουρνά, καλημέρα ήλιε, καλημέρα.  (δις)

Γελά ο ήλιος κι αμολιέται στα στενά,
χορεύει πάνω στο νταούλι κι αρχινά.
Το κόκκινο για τη ροδιά,
το πράσινο για τα παιδιά,
για της Μυρσίνης την ποδιά μια Παναγιά.  (δις)

Θα τον μεθύσουμε τον ήλιο…

Θα τον μεθύσουμε τον ήλιο, σίγουρα, ναι.
Θα τον κρατήσουμε τον ήλιο, σίγουρα, ναι,
πάνω στις στέγες, μέσα στις καρδιές,
καλημέρα ήλιε, καλημέρα.  (δις)
                   
(Πηγή: Βίντεο Υou Τube - Ανοίξτε την παρακάτω υπερσύνδεση):  
 http://www.youtube.com/watch?v=bT91hJKTXuY
                                                                                              
                                                                           
Η βρύση της Μυρσίνης     
              
Στίχοι: Νίκος Γαρεφαλάκης
Μουσική: Κώστας Μπραβάκης
Τραγούδι: α) Νίκος Παπάζογλου β) Κώστας Μπραβάκης

Μίλησε, βρύση, να μου πεις πού πήγε το νερό σου
κι έχω δυο χρόνους να το δω, να στραφταλίζει ομπρός σου;

Σε ποιο εγκρεμό γκρεμίζεται, ποια σου το πήραν ρυάκια,
ποιος ποταμός, ποια λαγκαδιά, ποια ριζιμιά χαράκια;

Το καρτερούνε οι δεσπολιές, τα μήλα, τα λεμόνια,
το καρτερούνε κι οι ρογδιές, τα κίτρα, τα κυδώνια.

Κι εγώ γυρνώ, ξαναγυρνώ, καθίζω στο μπεντένι
κι όλο ξανοίγομαι να δω νερό να ξαναβγαίνει.

Να ξαναδώ τον κυνηγό να πιει να σπολλατίσει,
να ξαναδώ τη Δεσποινιά, να ’ρθει για να γιομίσει.
  
(Πηγές: Βίντεο  You Tube - Ανοίξτε τις παρακάτω υπερσυνδέσεις):
 - Α΄εκτέλεση – Τραγούδι από Νίκο Παπάζογλου: http://www.youtube.com/watch?v=akE_vg8-Z58
 - Β΄εκτέλεση – Τραγούδι από Κώστα Μπραβάκη: http://youtu.be/-IJJxN6vAUo
                                                                                      
*****
                                                                               
Γραμμένο στο αστικό περιβάλλον της Αθήνας, το παρακάτω ποίημα του Δημητρίου Καμπούρογλου (1852-1942) μας θυμίζει ότι η μυρσίνη ήταν ιερό φυτό της πιο ερωτιάρας και άστατης θεάς, της Αφροδίτης.
   
Η Μυρσίνη
                              
Ήθελα κι εγώ να κάμω
μια φορά τον ποιητή,
και αγάπησα μια κόρη,
όπως αγαπούν αυτοί.

Ήτον όλο λυπημένη,
κίτρινη, ψηλή, λιγνή,
σκελετός, δεν είχε κρέας,
ψυχή μόνον και φωνή.

Την αγάπησα, μου είπε
πως με αγαπά κι αυτή,
πίστευσα γυναίκας λόγια,
κουταμάρα διαλεχτή.

Έχασα την ησυχιά μου,
έχασα τα γέλια μου,
όλο και παραπατούσα,
κούναγα τα χέρια μου.

Μέσ’ στο δρόμο τραγουδούσα,
μοφευγαν τα λόγια μου,
έσκυβα την κεφαλή μου,
στράβωνα τα πόδια μου.

Όποιος μ’ έβλεπε στο δρόμο,
παραμέριζε ευθύς,
κι έλεγε, αυτός θα είναι,
ή τρελός ή ποιητής.

Καιρό είχα τη Μυρσίνη
να ιδώ στη Μουσική,
έξαφν’ έξαφνα την βλέπω,
μα διαφορετική.

Κατασπροκοκκινισμένη,
ζωηρή και πεταχτή,
έτριψα τα μάτια κι είπα,
η Μυρσίνη νν’ αυτή;

Πότε μ’ έναν ομιλάει,
πότε άλλον χαιρετά,
σ’ άλλον το μανδήλι βγάζει,
άλλον βλέπει και γελά...

Έκανε πως δεν με ξέρει,
μήπως άλλαξα κι εγώ
και δεν με γνωρίζει πλέον;
δεν ηξεύρω τι να πω!

Μιαν ημέρα την ευρίσκω
σ’ ένα σπίτι μοναχή,
- έλα να σου πω, Μυρσίνη,
τι κατάσταση είν’ αυτή;

Γέλασε, κι αφού μου κάνει
μια μετάνοια ευγενική,
χωρίς να μου είπει λέξη,
φεύγει και μ’ αφήνει εκεί!

Τχασα απ’ τη ντροπή μου,
να με πάρει για κουτό!
να γελάσει και να φύγει,
να μ’ αφήσει μοναχό!

Έσπασα την κεφαλή μου,
κι εκοπίασα πολύ,
για να εύρω αυτός ο τρόπος
της Μυρσίνης τι δηλοί.

Ηύρα ότι έχει δίκιο
η Μυρσίνη, και πολύ,
και τα γέλια της πως ήσαν
μια ωραία συμβουλή.

«Παιχνιδάκια θέλει ο έρως,
όπως όλα τα παιδιά,
και γι’ αυτό δεν θα γεράσει,
έχει ανοιχτή καρδιά.

Θέλει θέλει τραγουδάκια
θέλει γέλια και χαρές,
όχι στεναγμούς και δάκρυα,
κι ομιλίες λυπηρές!

Ούτε στέκει σ’ ένα μέρος,
πότε τρέχει και πηδά,
άλλοτε εδώ κυλιέται,
πότε χώνεται εκεί δα.»

Κι εγώ τώρα την καρδιά μου,
με την συμβουλή αυτή,
πεταλούδα θα την κάμω,
πεταλούδα πεταχτή.

Πότε ν’ αγαπά τους κρίνους,
πότε τις τριανταφυλλιές,
πότε να πετά στα φούλια,
πότε στις γαρουφαλλιές.

Αγαπώ και τις αφράτες,
αγαπώ και τις λιγνές,
θέλω τις ξανθές τις άσπρες,
θέλω τις μελαχρινές.

Ηύρα και την ησυχιά μου,
ηύρα και τα γέλια μου,
δεν παραπατάω πλέον,
δεν κουνώ τα χέρια μου.

Ίσια στέκ’ η κεφαλή μου,
ίσια και τα πόδια μου,
ξέρω πού να τραγουδήσω,
και μετρώ τα λόγια μου.

Ούτε ποιητή με λένε,
ούτε και τρελό μαζί,
η Μυρσίνη η καημένη,
η Μυρσίνη μου να ζει.
   
(Πηγή: http://el.wikisource.org/w/index.php?title=Η_Μυρσίνη&oldid=57999)



     *****
Ένα δίστιχο τραγούδι από τη Σύρο λέει χαρακτηριστικά:
   
Αντέτι είν' της μυρσινιάς, χλωρή - ξερή μυρίζει. 
Αγάπη χώρις σκάνταλα ποτέ δεν ξεχωρίζει.

                                                        (Πηγή: http://pergamos.lib.uoa.gr/)


*****

Η Μυρσίνη Βαμβακά - Χουτζαίου από την Αγιάσο, προικισμένη με την ποιητική φλέβα των φιλόμουσων κατοίκων της Λέσβου, έγραψε το παρακάτω γεμάτο τρυφερότητα ποίημα για τη συνονόματη εγγονούλα της:

Μυρσίνη η Μυρτιδιώτισσα
Για τα γενέθλια της εγγονής μου

Μυρσίνη μου δοξαστική,
ήρωες στεφανώνεις,
Μυρσίνη Μυρτιδιώτισσα,
πάντα χαρές να νιώθεις.

Καρτούλα χειροποίητη
σου στέλνω στη γιορτή σου,
ένα λουλούδι από χρυσό
να είναι η ζωή σου.

Να ζεις σε κόσμο ειρηνικό
και να ’χεις την υγειά σου
και των Κυθήρων η Παναγιά
να ’ναι πάντα κοντά σου.

Με μύρτιλα να λούζεσαι,
να λάμπουν τα μαλλιά σου,
δώρα της φύσης είν’ κι αυτά
πλούσια στην ποδιά σου.

Στα Κύθηρα σαν θα βρεθείς
κάποτε μην ξεχάσεις
πως σε προσμένει η Παναγιά,
κερί να της ανάψεις.

Να πεις και μία προσευχή
για όλα τα παιδάκια
που οι πόλεμοι τα πλήγωσαν
κι ας ήταν αγγελάκια.

(Περιοδικό «Αγιάσος», τεύχος 195, Μάρτης - Απρίλης 2013, σελ. 27) 
                             
  *****
  
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΚΑΙ ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΑ 

Μυρτέλαιο (μύρτινον έλαιον)
                   
Υλικά:
- μαλακά φύλλα σκούρας μυρτιάς
- αγουρέλαιο

Παρασκευή: 
     Στύβουμε κοπανίζοντας σε γουδί ή αλέθουμε σε μπλέντερ τρυφερά φύλλα μυρτιάς. Βάζουμε σε κατσαρόλα το χυμό, προσθέτουμε ίση ποσότητα αγουρέλαιου και το βράζουμε σε σιγανή φωτιά, ξαφρίζοντάς το.
     Ένας ευκολότερος τρόπος παρασκευής είναι, αφού κοπανίσουμε τα φύλλα μυρτιάς, να τα βράσουμε με νερό και λάδι, ξαφρίζοντάς τα. Τέλος, το σουρώνουμε και το φυλάσσουμε σε αποστειρωμένο μπουκάλι. 
     Με ιδιότητες στυπτικές, θερμαντικές, αντικαταθλιπτικές, αντισηπτικές και αναλγητικές, συνιστάται σε: τραύματα, εγκαύματα, κασίδα, πιτυρίαση, εξανθήματα, συγκάματα, ραγάδες δέρματος, χαλαρώσεις αρθρώσεων, εφίδρωση, βήχα, κρυολόγημα, ουλίτιδα, ακμή, λιπαρότητα δέρματος, ανοικτούς πόρους, ψώρα, ψωρίαση.  Επίσης, το έλαιο είναι γενικό αντισηπτικό (ιδιαίτερα αναπνευστικού και ουρικού συστήματος), βαλσαμικό, απεκκριτικό, αντισπασμωδικό, υπογλυκαιμικό, αντιπυρετικό, διεγερτικό, επουλωτικό, παρασιτοκτόνο. Χρησιμοποιείται για παθήσεις αναπνευστικές (άσθμα, στηθάγχη, βρογχίτιδα, φυματίωση, γρίπη, ιγμορίτιδα), ουρολοιμώξεις, κολπίτιδα, λευκόρροια, αιμορραγίες, λοιμώξεις προστάτη και απευθυσμένου, άγχος, κιρσούς εντέρων, ταινία εντέρων (κάνετε αφέψημα φύλλων μυρτιάς), σπαστική εντεροκολίτιδα, αιμορροΐδες, κονδυλώματα, στρεπτόκοκκο, διαβήτη, πυρετό, ρευματισμούς και εντερικά παράσιτα (ακαρίαση, οξυουρία). Μπορεί να καεί σε δοχείο καύσης ελαίων (αρωματιστής), αρωματίζοντας το χώρο ή να χρησιμοποιηθεί σε κεριά ή να φορεθεί στο σώμα ως άρωμα, πάντα με την προσθήκη ενός ελαίου βάσης (αμυγδαλέλαιο ή ελαιόλαδο) ή διαλυμένο σε νερό, ποτέ απευθείας πάνω στο σώμα (Πηγή: http://ergonpl.gr/el/nature/M).

Αφεψήματα μυρτιάς για δερματοπάθειες – έκζεμα – πονόδοντο
                                                       
     Για δερματοπάθειες και έκζεμα, σε ένα λίτρο νερού ρίχνουμε 30-50 γραμμάρια φύλλα και άνθη μυρτιάς, τα βράζουμε και κάνουμε εξωτερικές πλύσεις. Μπορούμε να κάνουμε και κατάπλασμα με φύλλα μυρτιάς πολτοποιημένα.
     Για πονόδοντο, παρασκευάζουμε αφέψημα με 30-50 γραμμάρια φύλλα μυρτιάς σε 1 λίτρο νερό και κάνουμε γαργάρες (Πηγή: http://www.giatrosofia.com/βότανα/Μυρτιά_(60)).

Συνταγή για σύγκαμα
    
     Κονιορτοποιούμε αποξηραμένα φύλλα μυρτιάς, μέχρι να πάρουν μορφή πούδρας, κι αλείφουμε τις πάσχουσες περιοχές (Πηγή: http://farmakopoios.blogspot.com/).

Αφέψημα μυρτιάς για τη διάρροια
                                     
     Τα φύλλα της μυρτιάς, στυπτικά και αντισηπτικά, είναι κατάλληλα για την αντιμετώπιση της διάρροιας, αν γίνουν αφέψημα. Σε ένα λίτρο νερού ρίχνουμε 10-15 γραμμάρια φύλλα μυρτιάς και τρυφερούς βλαστούς, τα βράζουμε και πίνουμε 1-2 φλιτζάνια του καφέ ημερησίως (Πηγή: http://www.giatrosofia.com/βότανα/Μυρτιά_(60)).

Πρακτικό φάρμακο για την κολίτιδα
                
     Τα φύλλα μυρτιάς, βρασμένα μαζί με αγριμόνιο, αλταία, βάλσαμο, μελισσόχορτο, ξερή ρίγανη και φλούδες ροδιού, είναι φάρμακο για την κολίτιδα κάθε μορφής. Ρίχνουμε 1 κρασοπότηρο από το κάθε βότανο σε 4,5 κιλά νερό και τα βράζουμε επί 1 ώρα σε κατσαρόλα σκεπασμένη καλά με καπάκι, για να μην εξατμιστεί. Διατηρούμε το υγρό που θα μείνει στο ψυγείο και πίνουμε 1 φλυτζάνι τσαγιού επί δύο φορές την ημέρα.
(Πηγή: Καν. Κατσάμπουλα «150 βότανα για 150 χρόνια ζωής», Εκδ. ″Δρόμων″, Αθήνα 2004, σελ. 107)

Συνταγή ομορφιάς για εξάλειψη ρυτίδων προσώπου
                      
Υλικά:
- 2 ποτήρια νερού μαύρα ώριμα μύρτα
- 1 ποτήρι νερού τσίπουρο
   
Παρασκευή και χρήση:
     Παίρνουμε 2 νεροπότηρα μαύρα ώριμα μύρτα και τα αφήνουμε 5 ημέρες, να μαραθούν λίγο. Έπειτα τα πολτοποιούμε σε γουδί ή μπλέντερ, βάζουμε τον πολτό σε αποστειρωμένο γυάλινο βάζο και προσθέτουμε 1 νεροπότηρο τσίπουρο. Το αφήνουμε 7-8 ημέρες και μετά το στύβουμε, για να βγει ένας ελαιώδης χυμός, με τον οποίο αλείφουμε τις ρυτίδες μας δύο φορές ημερησίως. Χρήση: Αφού καθαρίσουμε το πρόσωπό μας με πράσινο σαπούνι, το αλείφουμε με το αντιρρυτιδικό υγρό, το οποίο πρέπει να παραμείνει τουλάχιστον 8 ώρες. Διατηρούμε το υγρό στο ψυγείο, μέχρι να τελειώσει. Η θεραπεία πρέπει να γίνεται 2 φορές το χρόνο. Το πρόσωπο θα αποκτήσει έτσι λάμψη και ομορφιά και οι ρυτίδες θα απαλυνθούν.
(Πηγή: Κ. Κατσάμπουλα «150 βότανα για 150 χρόνια ζωής», Εκδ. ″Δρόμων″, Αθήνα 2004, σ. 137-138)
                                            
Μάσκα ομορφιάς με μύρτα
                                             
Υλικά:
- ¼ φλιτζανιού μύρτα 
- 2 κουταλιές σούπας ελαιόλαδο
- ½ φλιτζανιού πλήρες γάλα

Παρασκευή και εφαρμογή:
     Λιώνουμε σε μπλέντερ ή γουδί τα μύρτα κι ανακατεύουμε τον πολτό με το ελαιόλαδο και το γάλα. Απλώνουμε το μείγμα σε καθαρό πρόσωπο, εκτός από την περιοχή των ματιών, κάνοντας ελαφρύ μασάζ. Αφήνουμε τη μάσκα 30΄ λεπτά και μετά ξεπλένουμε με χλιαρό νερό και βάζουμε μια τονωτική λοσιόν από ροδόνερο.
Για τριχόπτωση  
                     
- Μυρτέλαιο και λάδι αγριελιάς, σε αναλογία 1:3.
- Λάδανο και μυρτέλαιο.
- Λιωμένο κάρδαμο με μυρτέλαιο.
- Το αδίαντο λιωμένο μαζί με λάδανο, κρασί, ύσσωπο και μυρτέλαιο.
Άσπρα μαλλιά:
                    
     Σε λάδι αγριελιάς μουσκεύουμε μύρτα, επαλείφουμε και κάνουμε εντριβή κάθε μέρα στο κεφάλι (Πηγή: http://www.techne.gr/threads/8020-Φυσικές-βαφές-μαλλιών).

*****

Χειρόγραφο ατροσόφιον 19ου αι. του Σπουδαστηρίου Βυζαντινής και Νεοελληνικής Φιλολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, που περιέχει ιατροσόφια για πρόληψη και θεραπεία προβλημάτων υγείας, αναφέρει τις παρακάτω τρεις συνταγές με μυρσίνη. Διατηρούμε την ορθογραφία και τα κόκκινα γράμματα του χειρογράφου (Πηγή: http://pergamos.lib.uoa.gr/dl/read?pid=uoadl:183213).

Στο φύλλο 12 (δεξιά, 4η σειρά από κάτω):
«Ὅταν θέλῃς ποιῆσαι θρίχας μαύρας,
λάβε τὸ αὐγὸν τοῦ κόρακα καὶ μηρσίνης φύλλα καὶ ἀνεκατώσας ἄλειφε καὶ θαυμάσῃς.»
Στο φύλλο 32 (δεξιά, 1η σειρά πάνω):
«Ὅταν θέλῃς νὰ κάμῃς τρίχας μαύρας.
Ἔπαρε αὐγὸν τοῦ κόρακος καὶ μηρσήνης φύλλα καὶ ἀνεκατώσας ἄλειψε καὶ νὰ θαυμάσῃς.»
Στο φύλλο 20 (αριστερά, 7η σειρά από κάτω):
«Ὅταν εἶναι ὁ λαιμὸς πρισμένος πολὺν καιρόν.
Βράσε μυρσίνην ἀγρίαν μὲ κρασί, ὡς νὰ μείνη τὰ ⅔ κατὰ ⅓: νὰ ἐφύρασεν, εἰς χάσιν φεγγαρίου. Ταῦτα πράττε καὶ θαυμάσῃς πίνοντας ἀπὸ 1 καυκί.»  

Αυγό κόρακα πού θα βρούμε;!...

*****
                                
ΣΥΝΤΑΓΕΣ

Μεθυστικό ποτό έρωτα: Το κρασί της μάγισσας

Υλικά:
- 100 gr φύλλα και άνθη μυρτιάς
- 1 κιλό κρασί
- 5 κουταλιές σούπας μέλι
       
Παρασκευή:
     Σε μια κατσαρόλα βράζουμε το κρασί και ρίχνουμε τα φύλλα και τα άνθη μυρτιάς. Αφήνουμε να μουσκέψουν καλά για 20΄ λεπτά και μετά προσθέτουμε το μέλι. Όταν κρυώσει, το σουρώνουμε και το βάζουμε σε γυάλινο βάζο. Το σερβίρουμε σε μικρό ποτηράκι πριν το φαγητό.
(Πηγή: Ένθετο φυλλάδιο πρδκ. «Τηλεθεατής», με τίτλο «Ερωτικά φίλτρα και βότανα της Σμύρνης και της Πόλης», 2004, σελ. 6-7) 
                    


Λικέρ από μύρτα

Mirto liqueur  
Υλικά:
- 300 gr ώριμα μύρτα
- 200 gr ζάχαρη
- 1 λίτρο ούζο ή καθαρό οινόπνευμα
- 2 γαρύφαλλα (μοσχοκάρφια)

Παρασκευή:
1.     Σε ένα μεγάλο γυάλινο βάζο βάζουμε τα μύρτα, τη ζάχαρη και τα μοσχοκάρφια. Κλείνουμε το βάζο και το αφήνουμε μία μέρα, φροντίζοντας να το ανακινούμε κατά διαστήματα.     
2.   Την επόμενη μέρα, ρίχνουμε το ούζο ή καθαρό οινόπνευμα, το κλείνουμε καλά και το αφήνουμε σε ένα δροσερό φωτεινό μέρος 30 ημέρες. Κάθε 2 ημέρες ανακινούμε το βάζο, για να βοηθήσουμε στην ανάμειξη των αρωμάτων.
3. Μετά από 30 ημέρες, το σουρώνουμε με σουρωτήρι και τουλουπάνι και το βάζουμε σε αποστειρωμένο γυάλινο μπουκάλι.
 (Πηγή: http://www.lekkas-giorgos.blogspot.gr/2012/05/blog-post_880.html)
                        

Σικελικό λικέρ από μύρτα

Mirto rosso liqueur και Mirto bianco liqueur

Υλικά:
- 1 kgr ώριμα μύρτα για το rosso ή φύλλα για το bianco
- 1 kgr ζάχαρη
- 1 λίτρο καθαρό οινόπνευμα 95%
- 1 λίτρο νερό

Παρασκευή:
1. Πλένουμε τα μύρτα και τα αφήνουμε να στεγνώσουν μερικές μέρες.
2. Όταν στεγνώσουν, τα βάζουμε σε ένα γυάλινο βάζο και τα σκεπάζουμε με καθαρό οινόπνευμα. Είναι καλύτερο να αλέσουμε πρώτα στο μπλέντερ τα μύρτα ή τα φύλλα μυρτιάς και να τα βάλουμε μετά στο βάζο με το οινόπνευμα για ένα μήνα τουλάχιστον.    
3.  Μετά από 1 μήνα, στύβουμε τα μύρτα ή φύλλα και τα περνάμε από φίλτρο, για να βγει ένα σκούρο υγρό.
4. Σε μια κατσαρόλα ζεσταίνουμε 1 λίτρο νερό, ρίχνουμε μετά τη ζάχαρη και ανακατεύουμε, μέχρι να διαλυθεί η ζάχαρη και να γίνει το σιρόπι. Όταν κρυώσει, προσθέτουμε το φιλτραρισμένο υγρό των μύρτων και ανακατεύουμε πολύ καλά.
5.  Βάζουμε το λικέρ σε αποστειρωμένα μπουκάλια και το αφήνουμε 1-2 μήνες.

     (Πηγή: http://www.glykokyriakis.gr/)

Μυρτινίτης οίνος
                        
Υλικά:
- 4,5 κιλά περ. πολτό από βλαστούς μυρτιάς με φύλλα και μαύρα μύρτα
- 10 λίτρα περίπου μούστο σταφυλιών
  
Παρασκευή: 
     Κοπανίζουμε σε γουδί ή αλέθουμε σε μπλέντερ τρυφερούς βλαστούς με φύλλα και μαύρα μύρτα μυρτιάς, πολύ ώριμα. Ρίχνουμε τον πολτό σε μια κατσαρόλα, προσθέτουμε το μούστο σταφυλιών και τα βράζουμε, μέχρι να μείνει το ένα τρίτο περίπου. Το σουρώνουμε και το βάζουμε σε αποστειρωμένα μπουκάλια.    
     Ανήκει στα φαρμακευτικά αρωματικά κρασιά και είναι ελαφρά στυπτικός. Συνιστάται για πιτυρίαση, έλκη που φθείρουν τις τρίχες του κεφαλιού, εξανθήματα, ουλίτιδες, αμυγδαλίτιδες, ωτίτιδες και διάρροια. Επίσης, αναστέλλει την εφίδρωση και μαυρίζει τα άσπρα μαλλιά.

     Σημείωση: Επειδή η δοσολογία και τα μέτρα αναφέρονται με αρχαίους όρους, με επιφύλαξη και κατά προσέγγιση τα μετατρέψαμε σε σημερινά μέτρα, αλλά σας παρακαλούμε να επισκεφτείτε απ’ ευθείας τις παρακάτω ψηφιακές πηγές: 
                *****
 ΟΝΕΙΡΟΚΡΙΤΗΣ - ΜΥΡΤΙΑ
                                          
 Αν ονειρευτείτε μυρτιά:
 - Στους άρρωστους = γρήγορη ανάρρωση.
 - Στους φυλακισμένους = αποφυλάκιση.
 - Στους ερωτευμένους = απιστία, προδοσία, αθέτηση υποσχέσεων.
 (Πηγές: α) Αρτεμίδου – Απολλοδώρου – Ζαρ Αγκ Γκανίντ «Ο καλύτερος Ονειροκρίτης», Εκδ. ″Σπύρος Λιναρδάτος″, σελ. 149 και β) 11888.ote.gr)
 Αν ονειρευτείτε μυρτιά:
- Να περιμένετε κάποιο μεγάλο καλό που θα συμβεί σε σας και στην οικογένειά σας.
- Αν νέος ή νέα δει μυρτιά, σημαίνει μεγάλες επιτυχίες στον έρωτα και ευτυχισμένος γάμος.
- Αν είστε εμπορευόμενοι = μεγάλη πρόοδος στις δουλειές σας.
(Πηγή: http://www.karakaksa.com/).
     
Αν δείτε καταπράσινη φουντωτή μυρτιά: Θα πραγματοποιηθούν τα όνειρά σας και θα απολαύσετε τις χαρές της ζωής.
Αν κοπέλα δει πως φοράει στεφάνι από μυρτιά: Θα παντρευτεί σύντομα με πλούσιο και έξυπνο νέο. Αν όμως το στεφάνι είναι μαραμένο, σημαίνει πως θα χάσει την ευτυχία λόγω επιπόλαιης συμπεριφοράς.
 (Πηγή: http://www.astrology24.gr/m.htm)
          
Αν ονειρευτείτε μυρτιά: Θα έχετε ευτυχία, ειρήνη και ευημερία.
 (Πηγή: http://www.astrologer.gr/dreaminterprepatation.html?searchStr=ΜΥΡΤΙΑ)


*****
                                                     
Η ΑΓΙΑ ΜΥΡΤΙΑ
                             
     Κοντά στο Βενεράτο νομού Ηρακλείου Κρήτης βρίσκεται η Μονή Παλιανής, παλιό βυζαντινό μοναστήρι (668 μ.Χ.). Σύμφωνα με την παράδοση, η εικόνα της Παναγίας Μυρτιδιώτισσας βρέθηκε στη ρίζα μίας μεγάλης αιωνόβιας μυρτιάς, που πιστεύεται πως έχει ηλικία χιλίων χρόνων. Πιστεύουν, ακόμα, πως στον κορμό της μυρτιάς περικλείεται εικόνα της Παναγίας, ορατή μόνο από παιδιά. Στα φύλλα και στα κλαδιά της μυρτιάς αποδίδονται ιαματικές ιδιότητες, γι’ αυτό οι πιστοί κρεμούν σ’ αυτά αφιερώματα και κόβουν φύλλα, για «κάπνισμα», φυλαχτά και αφεψήματα, όπως αναφέρει ο Στυλιανός Αλεξίου. Με τα ξυλώδη μέρη της κάνουν οι μοναχές μικρούς σταυρούς.

Η χιλιόχρονη Αγία Μυρτιά της Μονής Παλιανής Κρήτης.
Εικόνα Μυρτιδιώτισσας Μ. Παλιανής.
                                                                                                                                            
   «Ἡ Εἰκών σου ἡ ἄχραντος τῇ μυρσίνῃ οἰκήσασα ταύτην ἐχαρίτωσε πολλοῖς θαύμασι καὶ ζωηφόρῳ σου χάριτι… Τὸ γὰρ θεῖον Αὐτῆς (τῆς Θεοτόκου) ἐκτύπωμα ἐν δένδρῳ μύρτον οἰκεῖν ᾑρετήσατο καὶ τοῦ φυτοῦ τοῖς κλάδοις χάριν δέδωκεν, ὥστε πάντες ἐκπλήττεσθαι». 

     Η εικόνα βρίσκεται σε ειδικό εικονοστάσι πάνω στη μυρτιά και καντήλι πλάι στο δένδρο. Το δεκαπενταύγουστο, οι μοναχές κάνουν παράκληση και προσευχές κάτω από την «Αγία Μυρτιά» κάθε απόγευμα. Στις 24 Σεπτέμβρη, ημέρα ιδιαίτερης εορτής, η ευλογία των άρτων γίνεται κάτω από το ιερό αυτό δένδρο και ως αγία τράπεζα χρησιμοποιείται αρχαίο κιονόκρανο. Αυτές οι υπαίθριες τελετουργίες είναι ιδιαίτερης σημασίας για τη χριστιανική παράδοση, καθώς αποτελούν πανάρχαια επιβίωση της μινωικής λατρείας ιερών δένδρων, φαινόμενο που συναντούμε και στη Λέσβο.
    Παραθέτουμε παρακάτω 14τετράστροφο στιχούργημα, που διηγείται το θρύλο της αγίας Μυρτιάς:        
    
(1)   Της Μυρτιάς η ιστορία θείου δένδρου Παλιανής
       στιχουργείται εν συντομία διά τον προσκυνητή.

(2)   Πριν κτισθεί το μοναστήρι, όλη τούτη η πλαγιά,
       καθώς λέγουν, ήτο δάσος και του έδωσαν φωτιά.

(3)   Όταν έφθασεν η φλόγα σε μια βάτο γηραιά,
       μη! μη! αδιάκοπα εβόα μια φωνή προστακτικά.

(4)   Τη φωτιά με φόβο σβήνουν, περιέργως ερευνούν,
       μια εικόνα διακρίνουν, σκύβουν και την προσκυνούν.

(5)   Έκαμαν προσκυνητάρι επί τόπου οι χωρικοί,
       την εικόνα που ’χε χάρη τοποθέτησαν εκεί.

(6)   Μέσα σε μυρτιάς κλωνάρια, της Παρθένου η μορφή
       διεκρίνετο ανάρια, έτσι είχε ζωγραφισθεί.

(7)   Του σχολείου τα κορίτσια θυμίαζαν συχνά-πυκνά
       την εικόνα την αγία, για να τα καλοφωτά.

(8)   Θαύμα έκανε μια μέρα στ’ αναμάρτητα παιδιά
       και αληθινά γενήκαν τα ζωγραφιστά κλαδιά.

(9)   Μάτσο τότε τα φυτέψαν τα κορίτσια με χαρά,
       τα κλωνάρια περιπλέξαν και φουντώνουν θαλερά.

(10) Εκκλησιά λίγο πιο πέρα έκτισαν οι χωρικοί,
       την εικόνα μεταφέραν, αλλά έφευγε απ’ εκεί.

 (11)  Τρεις φορές την εκλειδώσαν, λένε, μες στην εκκλησιά,
       την επαύριο βρισκόταν στα κλωνάρια της μυρτιάς.

 (12)  Έδωσε να εννοήσουν πως δεν έπρεπε ξανά
       την εικόνα να χωρίσουν απ’ τα δικά της τα κλαδιά.

 (13)  Έτσι βρίσκετ’ εδώ μέσα στον πολύκλωνο κορμό,
       που ξεφύτρωσε απ’ την ίδια κι είναι δένδρο ιερό.

 (14)  Θεία χάρη έχει λάβει, και γι’ αυτό κάθε πιστός
       παίρνει φύλλα ή κλωνάρι, για να τα ’χει φυλακτό.
  
(Πηγές: N. Ψιλάκη «Mοναστήρια και ερημητήρια της Kρήτης», α΄, Ηράκλειο 1994,
http://frontoffice-147.dev.edu.uoc.gr/tradition/laograficelements/treepaliani.html
http://www.travel.gr/portal/viewSection.x?section=15;5;161)




Η μυρτιά, μέσα στην οποία βρέθηκε η εικόνα της Νέας Μονής Χίου. Φωτογραφία Μ. Βουνάτσου - Σεπτέμβριος 2012.

                                        
*****

ΛΕΣΒΙΑΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Η Μυρσινιώ ή Το κορίτσι της δάφνης ή Το καλογηρέλι
                      
     Μια φορά ήταν μια γυναίκα και δεν έκανε μωρά. Τώρα πήγαινε κάθε μέρα στον ποταμό, που είχε ροδοδάφνες, μυρσίνες και άλλα χορτάρια, κι έλεγε:    
     «Ας ήταν εγώ να κάνω μωρό, κι ας το παίρναν οι μυρσινιές!».
     Το ’λεγε μια, το ’λεγε δυο, αγκαστρώθηκε, κάνει μια κόρη, την έβγαλε Μυρσινιώ.
     Σαν εμεγάλωσε πια η κόρη της, πήρε μια μέρα το λαγήνι και πήγε στη βρύση, που ’ταν κοντά στον ποταμό, για να το γιομίσει νερό. Οι μυρσινιές, καθώς την είδαν, πιάσαν και φωνάζαν:
     «Μυρσινιώ, Μυρσινιώ, το τάμα, το τάμα!». Η κοπέλα φοβήθηκε, μα δεν είπε τίποτα στη μητέρα της.
     Το πρωί έρχεται πάλι η Μυρσινιώ να πάρει νερό, οι μυρσινιές πάλι τα ίδια λέγαν. Δεν εβάσταξε πια τούτην τη φορά, το είπε στη μητέρα της.  
     Κείνη της είπε:
     «Άμα ακούς, λέει, και σου μιλούν οι μυρσίνες, συ να κάνεις τον αδιάφορο και να μη τους μιλάς καθόλου. μόνο να γιομίζεις το λαγήνι σου και να ’ρχεσαι ξοπίσω».    
     Η κοπελούδα όμως δεν άκουσε τη μητέρα της. Σαν επήγε πάλι το πρωί στον ποταμό κι άκουσε τις μυρσινιές και τις δάφνες να τη φωνάζουν, πήγε κοντά τους. Άμα πήγε κοντά τους, ανοίξαν, απλώσαν απάνου της, την πήραν ανάμεσά τους, και την είχαν κρυμμένη στις ρίζες τους.
     Η μητέρα της η καημένη, σαν είδε πως δεν εφάνη να ’ρθει το παιδί της, έκλαιγε και χτυπιόταν, μα δε βγήκε να την γυρεύει καθόλου, γιατί κατάλαβε πως την πήραν οι μυρσίνες κι οι δάφνες, που τους την έταξε.
     Μια μέρα έβγαλαν την κοπελούδα οι μυρσίνες όξου. Εκεί που καθόταν κι έπαιζε με τα κλαδιά τους, να και περνά ένα παλληκάρι όμορφο, καβάλα πά’ σ’ ένα άλογο. Ήταν του βασιλέα ο γιος και διάβαινε, να πάει να παντρευτεί. Το βασιλοπαίδι, ως είδε την κοπέλα, την αγάπησε. Μα έλα ντε που διάβαινε να παντρευτεί! Τι να κάνει; Έρχεται κοντά της, αρχινά τα λόγια μαζί της, και σαν είδε πως ξεθαρρεύτηκε η κοπέλα, της είπε πως είναι πολύ κουρασμένος και θ’ απομείνει να ξημερωθεί κοντά στον ποταμό, γιατί έχει δρόμο να πάρει ακόμα.
     Μην τα πολυλογούμε, το βασιλοπαίδι απόμεινε κείνη τη βραδιά με τη Μυρσινιώ… Πάνω στις αυγές, ό,τι έπιασε και γλυκοχάραζε, σηκώνεται αγάλια - αγάλια το βασιλοπαίδι, καβαλικεύει πάνω στ’ άλογο, έφυγε…
     Η Μυρσινιώ δεν τον κατάλαβε πως έφυγε, γιατί κοιμόταν πολύ βαριά. Σαν ξύπνησε το πρωί και βλέπει το βασιλοπαίδι φευγάτο, αρχινά τα κλάματα. Έκλαιγε και μοιρολογιόταν, κι έλεγε στις μυρσίνες και στις δάφνες:
       «Ω δάφνες και μυρσίνες μου και σεις, μυρωδικά μου,
          γιατί μ’ αποκοιμίσατε κι έφ’γ’ η παρηγοριά μου;  
          Ανοίξετε, δαφνίτσες μου, βάλτε με στα κλωνιά σας,
          να μ’ έχετε για σύντροφο και για παρηγοριά σας.»
     Το είπε μια, το είπε δυο, οι μυρσινιές μήτε μιλιά! Ύστερ’ από πολλή ώρα, που έσκασε πια η κοπέλα να κλαίει, μιλήσαν οι μυρσίνες κι είπαν:
       «Μυρσινιώ όξου σφαλισμένη
          μέσ’ στη δάφνη πια δε μπαίνει!»         
     Συμμαζώξαν τα κλαδιά τους, και με κανέναν τρόπο δεν τη δεχόνταν πια. Είδε κι απόειδε η κοπέλα, πήρε τα μάτια της και γύριζε σαν τρελή.
     Στο δρόμο που πήγαινε, βρίσκει μπροστά της ένα καλογηρέλι.
       «Δεν είδες», το ρώτησε, «κανέναν καβαλάρη μπροστά σου;»
     «Είδα», λέει το καλογηρέλι, «έναν, και μου είπε, σαν έβρω μια κοπέλα και τον γυρεύει, να της πω πως δεν τον είδα».
     Η Μυρσινιώ κατάλαβε πως ήταν εκείνος, και παρακάλεσε το καλογηρέλι, αν έχει μαζί του παραπάνω ρούχα, να της δώσει μια φορεσιά και της κάνουν μεγάλη ανάγκη.
      Το καλογηρέλι είδε έτσι την κοπέλα βουρκωμένη, τη λυπήθηκε, και βγάζει από μέσ’ απ’ το δισάκι μια δική του φορεσιά και τη δίνει της κοπέλας. Παίρνει αυτή τα ρούχα, πάει σ’ ένα ξέχωρο μέρος, βγάζει τα δικά της και βάζει του καλόγηρου τα ρούχα, έπειτα έρχεται κοντά του και του δίνει τα δικά της και του ’πε πως του γνωρίζει μεγάλη χάρη για το καλό που της έκανε.
     Ύστερα, χωρίς να χάσει καθόλου ώρα, αρχίζει τα πιλαλητά, τρέχει, τρέχει, έφτασε το βασιλοπαίδι. Καθώς είδε την κοπέλα το βασιλοπαίδι, θάρρησε πως ήταν το καλογηρέλι, που ήβρε πρωτύτερα, και το ρώτησε:
       «Ήβρες», λέει, «την κοπέλα, που σου είπα, μπροστά σου;»
       «Ήβρα», λέει εκείνη, «μιαν όμορφη κοπέλα, κι έκλαιγε κι έλεγε:
        Ω δάφνες και μυρσίνες μου και σεις, μυρωδικά μου,
         γιατί μ’ αποκοιμίσατε κι έφ’γ’ η παρηγοριά μου;»
     Το παληκάρι, σαν άκουσε το τραγούδι, καβαλικεύει πάνω στ’ άλογο με το καλογηρέλι, που σ’ όλον το δρόμο έλεγε αυτό το τραγούδι. Το βασιλοπαίδι, όσο τ’ άκουγε, τόσο άνοιγε η καρδιά του, γιατί αγάπαε την κοπέλα.
     Σαν επήγαν στο χωριό, που ήθελε να στεφανωθεί, κατεβήκαν απ’ τ’ άλογο, μπροστά σ’ ένα παλάτι. Η πεθερά του, ο πεθερός του, η νύφη, όλες πια στο ποδάρι, για να βλογηθούν. Το καλογηρέλι όμως καθόταν όλο κοντά στο βασιλοπαίδι και του ’λεγε κρυφά το τραγούδι, και την ώρα ακόμα που ευλογιόταν. Άμα αποβλογηθήκαν, πήγαν στο σπίτι, κεραστήκαν, κάνανε ό,τι κάνανε, βάσταξε ο γάμος καμιά δεκαριά μέρες.
     Τη στερνή τη μέρα, σαν έφυγε πια ο κόσμος, απόμεινε η νύφη, ο γαμπρός και το καλογηρέλι. Πήγαν να πέσουν η νύφη κι ο γαμπρός, το καλογηρέλι καθόταν απ’ όξου απ’ την κάμαρη και τους έλεγε το τραγούδι. Τα μεσάνυχτα απάνου, σηκώνεται, παίρνει ένα μαχαίρι και χαρτί και μελάνι και γράφει απάνου στο χαρτί: «Εγώ είμαι η Μυρσινιώ, που μ’ ήβρες κοντά στο νερό. Έβαλα καλογερίστικα ρούχα κι ήρτα, μα είδα πως αγάπαες άλλη». Άμα τέλειωσε, πάει μες στο περιβόλι, και χτυπιέται με το μαχαίρι απάνω στο στήθος.
     Σηκώνεται το βασιλοπαίδι το πρωί, κοιτάζει παντού μες στο παλάτι, δεν ήβρε το καλογηρέλι. Βγαίνει στο παναθύρι να δει μες στο περιβόλι, βλέπει το καλογηρέλι που κείτεται. Κατεβαίνει μες στο περιβόλι, το είδε που ήταν καρφωμένο, χωμένο μες στα αίματα. Σαν ανέγνωσε το χαρτί, που ήταν πεσμένο παραπέρα, έπιασε κι έκλαιγε και χτυπιόταν. Απ’ τον καημό του τον πολύ δε βάσταξε… Έσυρε το σπαθί του κι εκαρφώθηκε κοντά στη Μυρσινιώ. Ύστερα, σαν τους ήβραν σκοτωμένους, τους έκλαψε όλος ο κόσμος και τους έθαψαν μέσα στο ίδιο μνήμα.
   
(AaTh, αρ. 407. ─ Dawkins MGF αρ. 25. ─ Λεσβιακή παραλλαγή από το βιβλίο του Σπυρίδωνα Αναγνώστου «Λεσβιακά», εν Αθήναις 1903, σελ. 191-194. ─ Δημήτρη Λουκάτου «Νεοελληνικά Λαογραφικά Κείμενα», Βασική Βιβλιοθήκη, αρ. 48, σελ. 72-75. ─ Στο βιβλίο του Κώστα Καφαντάρη «Ελληνικά λαϊκά παραμύθια», τόμος α΄, εκδ. "Ποταμός", Αθήνα 2005, σελ. 408-410. ─ Μια όμορφη λογοτεχνική διασκευή του παραμυθιού θα βρείτε στο βιβλίο της αείμνηστης Πέπης Δαράκη «Αιγαιοπελαγίτικα Παραμύθια» από τις εκδ. "Ελληνικά Γράμματα", Αθήνα 2000, σελ. 71-78).   



ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Η Μυρσίνα

     Μια φορά κι έναν καιρό ήταν τρεις αδερφές, κι αυτές ήταν ορφανές. Δεν είχαν ούτε μάνα ούτε πατέρα.
     Μια μέρα θέλησαν να μάθουν ποια από τις τρεις ήταν καλύτερη. Κι όταν κοντοζύγωνε να βασιλέψει ο ήλιος, ήρθαν σ’ ένα προσήλιο, στάθηκαν και οι τρεις αράδ’ αράδα κι είπαν στον ήλιο:
  – Ήλιο μου, προσήλιο μου, από μας τις τρεις ποια είναι η καλύτερη;
     Κι ο ήλιος είπε:
  – Κι η μια καλή κι η άλλη καλή, μα η τρίτη η μικρότερη ακόμα και καλύτερη.
     Σαν τ’ άκουσαν οι μεγαλύτερες αδερφές ένα κι ένα, δαγκάθηκαν και γύρισαν στο σπίτι φαρμακωμένες.
     Την άλλη την ημέρα αυτές οι δυο έβαλαν τα καλά τους, στολίστηκαν και την καημένη τη μικρή, που την έλεγαν Μυρσίνα, την άλλαξαν με τα πλιο χειρότερα και λερωμένα και πήγαν πάλι να ρωτηθούν στον ήλιο. Κι άμα βγήκαν στο προσήλιο, είπαν πάλι:   
  – Ήλιο μου, προσήλιο μου, από μας τις τρεις ποια είναι η καλύτερη;
     Κι ο ήλιος είπε πάλι:
  – Κι η μια καλή κι η άλλη καλή, μα η τρίτη η μικρότερη ακόμα και καλύτερη.
     Σαν τ’ άκουσαν οι αδερφές της Μυρσίνας, σαν ζεματισμένες απόμειναν και γύρισαν στο σπίτι πολύ καταφρονεμένες.
     Πάλι την τρίτη μέρα ρωτήθηκαν κι ο ήλιος πάλι τα ίδια τους είπε. Τότε πλια άναψαν και κάηκαν κι οι δυο απ’ τη ζούλεια και βουλεύτηκαν να την χάσουν την κακότυχη τη Μυρσίνα.
  – Η μάνα μας έχει τόσα χρόνια που πέθανε και ταχιά θα σηκωθούμε σύνταχα να πάμε να την ξαναχώσουμε. μόνο θέλει να τα ετοιμάσουμε αποσπερίς όλα, γιατί η μάνα μας είναι πολύ μακριά θαμμένη απάνω στο βουνό και θέλει να κινήσουμε πολύ ταχινό.
     Κι η δόλια η Μυρσίνα το πίστεψε και την άλλη την ημέρα πήραν ένα πρόσφορο κι ένα πινάκι κόλλυβα και κίνησαν να πάν’ να ξαναχώσουν τη μάνα τους.
     Περπάτησαν, περπάτησαν κι έφτασαν μέσα σ’ ένα δάσος και πήγαν αποκάτω σε μιαν οξιά. Τότες είπε η μεγάλη:
  – Να, εδώ είναι της μάνας μας το μνήμα. φέρτε το στενοσκέπαρο να σκάψω.
  – Αχ! είπεν η άλλη. διε δα τι εκάμαμε οι ξεχασμένες! Με τι θα σκάψουμε; Ούτε δικέλλι ούτε στενοσκέπαρο πήραμε! Αμ’ τώρα τι θα κάμουμε;
     Τότες είπεν η μεγάλη:
  – Μια από μας θα πάει να πάρει το στενοσκέπαρο!
  – Εγώ φοβούμαι, είπεν η μεσιά.
  – Αμ’ εγώ, είπεν η Μυρσίνα, ένα πουλί πετάμενο να δω άξαφνα εδ’ έτσι θα μαργωθώ.
  – Ακούστε, λέει η μεγάλη συ, Μυρσίνα, θα καθίσεις εδώ κι εμείς θα πάμε να πάρουμε το στενοσκέπαρο, γιατί μοναχιά καμιά δεν πηγαίνει. Συ κάτσε δω και φύλαγε τα κόλλυβα, όσο να ’ρθουμε κι εμείς.
  – Καλά, μόν’ να έρθετε γλήγορα, γιατί κι εγώ φοβούμαι μοναχιά.
  – Να, να, πήγαμε κι ήρθαμε! Είπαν κι έφυγαν χαρούμενες.
     Η δόλια η Μυρσίνα καρτέρεσε, καρτέρεσε, όσο που βασίλεψε ο ήλιος. Τότε, σαν είδε πως πήρε να νυχτώνει και πως απόμεινε μονάχη μέσ’ στο βουνό, άρχεψε να κλαίει. Από τα πολλά τα κλάματα τη λυπήθηκαν ως και τα δέντρα. Και μια οξιά της είπε:
  – Μην κλαις, κορίτσι μου, μόν’ να κυλήσεις αυτήν την κουλούρα που έχεις, κι όπου σταθεί, εκεί να πας να μείνεις και μη φοβάσαι από τίποτα.
     Τότες η Μυρσίνα κυλά την κουλούρα και τρέχει καταπόδι της. Εδώ να σταθεί, εκεί να σταθεί η κουλούρα, χωρίς να καταλάβει η Μυρσίνα, κατέβηκε σ’ ένα λάκκο. Και να και βλέπει μπροστά της ένα σπίτι και μπαίνει μέσα.
     Σ’ αυτό το σπίτι καθόντανε δώδεκα αδέρφια, οι μήες, κι όλη την ημέρα γύριζαν στον κόσμο και μόν’ τ’  αργά ερχόντανε στο σπίτι. Και τώρα που ήρθεν η Μυρσίνα, δεν ήταν κανένας εκεί.
     Τότε η Μυρσίνα ανασκουμπώνεται μια φορά, παίρνει τη σκούπα, καθαρίζει όλο το σπίτι και κάθεται ύστερα και μαγειρεύει ένα όμορφο φαγί. Έπειτα έστησε το τραπέζι, έφαγε κι αυτή λίγο και κρύφτηκε πάνω στην κρυψάνα του σπιτιού.   
     Τότε να κι οι μήνες έφτασαν. Μπαίνουν μέσα και τι να ιδούν! Όλο το σπίτι σκουπισμένο, το τραπέζι στημένο, όλα έτοιμα! Τι είν’ αυτό; Τότε είπαν:
  – Ποιος είν’ αυτός που μας έκαμεν αυτό το καλό; Ας μη φοβάται από τίποτα. Ας βγει κι αν είναι παιδί, θα τον κάνουμε αδερφό, κι αν είναι κορίτσι, θα το ’χουμε αδερφή μας.
     Και κανένας δεν αποκρίθηκε. Τότε έφαγαν κι όλοι απορούσαν κι ύστερα κοιμήθηκαν.
     Το πρωί σύνταχα σηκώθηκαν κι έφυγαν όλοι. Τότε η Μυρσίνα κατεβαίνει απ’ την κρυψάνα, σκουπίζει πάλι όλο το σπίτι και κάθεται και φκιάνει μια πίτα, μα τι πίτα! Πίτα που να τρως και να γλείφεις τα δάχτυλά σου. Έπειτα σαν βράδιασε, στήνει το τραπέζι και τ’ αραδιάζει όλα. Τότε κόβει κι αυτή ένα κομματάκι πίτα, τρώει και πηγαίνει και κρύβεται πάλι στην κρυψάνα.
     Σε λιγάκι ήρθαν κι οι μήνες και, σαν τα είδαν πάλι όλα έτοιμα, δεν ήξεραν τι να πουν. Κι έλεγαν:
  – Μα ποιος μας κάμνει αυτό το καλό; Ας έβγει, ας μη φοβάται από τίποτα… Κι είπαν, κι είπαν τόσα λόγια, μα του κάκου! Η Μυρσίνα δεν έβγαινε. Τότε κάθισαν κι έφαγαν κι έπεσαν να κοιμηθούν. Τότε λέει ο μικρότερος:
  – Εγώ αύριο δεν θά ’ρθω αντάμα με σας, μόν’ θα κάτσω δωνά και θα κρυφτώ, και να δω ποιος είν’ αυτός που έρχεται και μας τα κάνει όλ’ αυτά.
     Κι έτσι, σαν έφεξε ο Θεός τη ημέρα, σηκώθηκαν όλοι κι έφυγαν και μόν’ ο μικρός απόμεινε και κρύφτηκε πίσω από τη θύρα.
     Τότε να κι η Μυρσίνα κατεβαίνει να κάμει πάλι πώς ήξερε. Κι εκεί που έκαμε να μπει μέσα, την αρπάζ’ ο μικρός ο μήνας από το φουστάνι και της λέει:
  – Μπα, συ είσαι, κυρά, που μας κάνεις αυτό το καλό, και δεν μας το λες, μόν’ κάθεσαι κρυμμένη; Μη φοβάσαι από τίποτα. Εμείς θα σ’ έχουμε αδερφή δική μας. Αυτό εμείς στον ουρανό το ζητούσαμε και στη γη το βρήκαμε.
     Τότε η Μυρσίνα ξεθάρρεψε και του διηγήθηκε πώς την αφήκαν οι αδερφές της  και πώς βρέθηκε μέσ’ σ’ αυτό το σπίτι. Κι άρχεψε να κάμνει όλες τις δουλειές καταπώς ήξερεν. Καθάρισεν όλο το σπίτι, μαγείρεψε και τα ετοίμασεν όλα σαν νοικοκυρά.
     Τ’ αργά σαν ήρθαν οι μήνες κι είδαν τη Μυρσίνα, πολύ τη χάρηκαν. Και δεν ήξεραν πλιά τι να κάμουν απ’ τη χαρά τους. Έπειτα κάθισαν κι έφαγαν κι αποκοιμήθηκαν σαν καλά αδερφάκια.
     Σύνταχα σηκώθηκαν κι είπαν στη Μυρσίνα:
  – Αδερφούλα, κάμε καταπώς ξέρεις και το βράδυ θα μας δεις τι αδέρφια είμαστε. έπειτα έφυγαν.
     Τότε η Μυρσίνα έκαμε όλες τις δουλειές, καθώς ήξερε, και σαν πήρε να βραδιάζει, βγήκεν όξω από το σπίτι και καρτερούσε τ’ αδερφάκια της.  και δεν περίμενε πολύ, γιατί σε λίγο ήρθαν οι μήνες κι είπαν χαρούμενοι:
  – Καληώρα, αδερφούλα!
  – Καλώς ώρσετε, αδέρφια.
– Πώς πέρασες σήμερα;
– Καλά. εσείς;
– Εμείς; Μη ρωτάς για μας. Εσύ σαν πέρασες καλά, κι εμείς καλά.
  – Ελάτε τώρα μέσα και μη στέκεστε ολόρθοι. Είστε τόσο αποσταμένοι και το τραπέζι είναι στημένο.
  – Αλήθεια, Μυρσίνα, καλά λες, να φάμε, γιατί πολύ πεινούμε σήμερα.
     Τότε ήρθαν μέσα και καθίσανε στο τραπέζι. Και σαν ξέφαγαν, τότε να ’βλεπες! Ο ένας έδωσε στη Μυρσίνα μαλαματένια σκουλαρίκια, ο άλλος ολόχρυσο φόρεμα κι είχε μέσα κεντημένο τον ουρανό με τ’ άστρα. Άλλοι δυο της έφεραν φουστάνια που είχαν μέσα κεντημένα τη γη με τα χορτάρια και τη θάλασσα με τα ψάρια. άλλος άλλα που να τ’ ακούσει κανένας θαρρεί πως είναι παραμύθι. Κι έτσι η Μυρσίνα περνούσε με τους μήνες όχι και καλύτερα.
     Οι αδερφές της, σαν έμαθαν πως η Μυρσίνα ζει κι είναι καλά, έσκασαν απ’ τη ζούλεια και βουλεύτηκαν να τη φαρμακώσουν. Κι ένα κι ένα έφκιασαν μια τούρτα φαρμακωμένη, κι ήρθαν στη Μυρσίνα. Τότε μόλις είχαν φύγει κι οι μήνες. Τακ, τακ, χτυπούν τη θύρα. 
  – Ποιος είναι; Αποκρίνεται από μέσα η Μυρσίνα.
  – Μπα, Μυρσίνα, τόσο γλήγορα μας ξέχασες! Άνοιξε κι είμαστε οι αδερφές σου, που σκοτωθήκαμε να σε γυρεύουμε στο βουνό!
  – Αχ! αδερφούλες μου, είπεν η Μυρσίνα κι ένα κι ένα άνοιξε και τις αγκάλιασε κι άρχεψε να κλαίει.
     Τότες είπαν εκείνες:
  – Αμ’ τι έπαθες, Μυρσίνα; Εμείς μάνι-μάνι πήγαμε στο σπίτι, πήραμε το στενοσκέπαρο κι ήρθαμε να σε βρούμε. Εδώ γυρεύουμε, εκεί γυρεύουμε κι η Μυρσίνα πουθενά! Τότες είπαμε: Η Μυρσίνα, σαν απόμεινε μοναχιά, φοβήθηκε και θα πέρασε κανένας άνθρωπος και πάει μ’ αυτόν σε κανένα χωριό… και τι να τα πολυλογούμε, Μυρσινούλα; εμάθαμε ύστερα πως είσαι δω και να μας, ήρθαμε να σε δούμε. μα καθώς βλέπουμε καλά είσαι, αδερφούλα!     
  – Καλά, τι να πω; Όχι και καλύτερα.
  – Κι εμείς το βλέπουμε. μόν’ τήρα καλά να μην το κουνήσεις από δω, αφού και σ’ αγαπούν τόσο. Εμείς τώρα φεύγουμε.
  – Γιατί δεν κάθεστε;
  – Όχι, είμαστε βιαστικές, άλλη φορά. έχε γεια, Μυρσίνα.
  – Στο καλό.
  – Εμείς θα ερχόμαστε συχνά να σε βλέπουμε… Μπα, είδες;… ακόμα λίγο θέλαμε να τ’ αστοχήσουμε. να, πάρε αυτήν την τούρτα, είν’ από κείνες που κάναμε για το σχώριο της μάνας μας. Να, πάρ’ την να τη φας και να σχωρέσεις τη μάνα μας.
     Κι η Μυρσίνα την πήρε. Και σαν έφυγαν αυτές έκοψεν ένα κομμάτι στο σκυλάκι, όπου είχεν. Κι ένα κι ένα το καημένο ψόφησε. Τότε η Μυρσίνα κατάλαβε πως η τούρτα ήταν φαρμακωμένη και πως οι αδερφές ήθελαν να την φαρμακώσουν, και δεν την έφαγε. Την έριξε μέσ’ στο φούρνο και κάηκε.
     Και σαν πέρασαν καμπόσες μέρες, οι αδερφές της Μυρσίνας έμαθαν πως δε φαρμακώθηκεν η Μυρσίνα. Και πήραν ένα φαρμακωμένο δαχτυλίδι κι ήρθαν πάλι στη Μυρσίνα. Χτυπούν τη θύρα κι η Μυρσίνα δεν τις ανοίγει. Τότες αυτές είπαν:
  – Άνοιξε, Μυρσίνα. έχουμε να σου πούμε ένα λόγο. Να, σου φέραμε ένα δαχτυλίδι της μάνας μας, γιατί, όταν πέθανε, συ ήσουν μικρό και δεν ήξερες από τίποτα. Κι η μάνα μας, όταν πέθνησκε, απάν’ στο ψυχομάχημα είπεν: «Άρα κατάρα σας αφήνω, αυτό το δαχτυλίδι να το δώσετε στη Μυρσίνα, σαν τρανέψει». Κι εμείς δε θέλουμε να κολαστούμε και τώρα που μεγάλωσες πλια, πάρε το δαχτυλίδι σου.
     Τότες η Μυρσίνα άνοιξε το παράθυρο και πήρε το δαχτυλίδι. Και μόλις το ’βαλε, ένα κι ένα απόμεινε σαν πεθαμένη.
     Το βράδυ ήρθαν οι μήνες και, σαν είδαν τη Μυρσίνα πεθαμένη, άρχεψαν κάτι κλάματα, που αντιλαλούσαν τα πλάγια. Κι ύστερα από τρεις μέρες την πήραν και την έντυσαν στα χρυσά, την έβαλαν μέσα σ’ ένα μαλαματένιο σεντούκι και την είχαν μέσ’ στο σπίτι.
     Ύστερ’ από κάμποσον καιρό πέρασεν από κει ένα βασιλόπουλο. Και σαν το είδε το σεντούκι, πολύ του άρεσε και το ζήτησε από τα παιδιά. Κι αυτά στην αρχή δεν ήθελαν να το δώσουν. Ύστερ’ από τα πολλά παρακάλια το έδωσαν. Μα είπαν στο βασιλόπουλο να μην τ’ ανοίξει καμιά φορά. Και το βασιλόπουλο το πήρε το σεντούκι και το ’φερε στο παλάτι του. Και μια μέρα ήταν άρρωστο βαριά και κόντευε να πεθάνει. Γυρίζει τότε και λέει της μάνας του:
   – Μάνα, εγώ θα πεθάνω και δε θα ξέρω αυτό το σεντούκι τι έχει μέσα. Φέρ’ το να τ’ ανοίξω. Μόν’ σεις να βγείτε όλοι έξω.
     Και σαν βγήκαν όλοι έξω, ανοίγει το σεντούκι και τι να ιδεί! Η Μυρσίνα στα ολόχρυσα ντυμένη, και τόσο όμορφη ήταν που και πεθαμένη φαινόταν σαν άγγελος. Τότε το βασιλόπουλο έτσι δα απόμεινε. Και σαν ήρθε στον εαυτό του κι είδε το δαχτυλίδι που είχεν η Μυρσίνα, είπε:
  – Για να ιδώ το δαχτυλίδι, έχει κανένα γράμμα; Να καταλάβω καν πώς την έλεγαν αυτήν τη δόλια.
     Και μόλις το ’βγαλεν, αμέσως αναστήθηκεν η Μυρσίνα και ξεπετάχτηκεν απ’ το σεντούκι. Και άρχισε να λέει: 
– Πού είμαι; Ποιος μ’ έφερεν εδώ; Α! εδώ δεν είναι το σπίτι μου. Πού είστε, αδερφάκια μου;
– Εγώ τώρα είμαι αδερφός σου, είπε το βασιλόπουλο, και βρίσκεσαι μέσ’ στου βασιλιά το παλάτι.
     Κι ύστερα της είπεν όλη την ιστορία: πως την αγόρασε μαζί με το σεντούκι από τους μήνες, και πως ήταν μέσα πεθαμένη κι άμα έβγαλε το δαχτυλίδι ζωντάνεψε. Τότες η Μυρσίνα θυμήθηκε τις αδερφές της και είπε:
  – Αχ! Ρήγα μου. Αυτό το δαχτυλίδι ρίξ’ το μέσ’ στη θάλασσα, γιατί είναι φαρμακωμένο και μαγεμένο. Αυτό μου το ’φεραν οι αδερφές μου κι άμα το ’βαλα αμέσως φαρμακώθηκα κι απόμεινα καταπώς με βρήκες.
     Τότε το βασιλόπουλο είπε στη Μυρσίνα να του διηγηθεί όλη την ιστορία της. Και σαν την άκουσεν, οργίστηκε πολύ και είπεν:
 – Αυτές τις αδερφές σου στην άκρα του κόσμου να είναι, θα τις εύρω κι εγώ ξέρω τι θα τις κάμω, γιατί…
 – Μη, Ρήγα μου, να ζεις, είπεν η Μυρσίνα. άσ’ τες, μη τις κάμεις τίποτα. Ας το βρουν απ’ το Θεό.
     Τότε ο Ρήγας καταπράυνε. Και σαν πέρασεν η αρρώστια του, ευθύς παντρεύτηκε με τη Μυρσίνα και ζούσαν μια χαρά.
     Σαν έμαθαν πάλι οι αδερφές της πως η Μυρσίνα ζει και πήρεν άντρα το βασιλόπουλο, τότε πλια δεν τις χωρούσεν ο τόπος απ’ τη ζούλεια. Κι ήρθαν στο παλάτι να τη φαρμακώσουν. Μπαίνουν μέσα και ρωτούν έναν άνθρωπο:
 – Πού είναι η βασίλισσα η Μυρσίνα; Εμείς είμαστε αδερφές μ’ αυτήν κι ήρθαμε να τη δούμε.
  – Σταθείτε μια στιγμή, είπεν ο άνθρωπος, να ρωτήσω μέσα. γιατί χωρίς την άδεια του βασιλιά κανείς δεν μπορεί να δει τη Μυρσίνα.
     Τότες ήρθε μέσα κι είπε στο βασιλόπουλο:
 – Βασιλιά μου, ήρθαν δυο κορίτσια και λένε πως είναι αδερφές της Μυρσίνας της βασίλισσας και θέλουν να την ιδούν. έχουν την άδεια;
     Τότε το βασιλόπουλο λέει σ’ έναν που του παραστέκονταν:
 – Γλήγορα αυτά τα κορίτσια να τα πάρετε και να τα εξαφανίσετε, όπως ξέρετε. Γιατί αυτές ήρθαν να φαρμακώσουν τη βασίλισσα τη Μυρσίνα.
     Τότε παίρνουν και τις δυο τις καλές τις αδερφές και τι τις έκαμαν δεν ξέρω. Αυτό μόνο ξέρω, πως από τότε ούτε φάνηκαν ούτε ακούστηκαν πλια πουθενά. Κι έτσι ζούσαν και βασίλευαν η Μυρσίνα και το βασιλόπουλο κι όλος ο κόσμος την είχε στο στόμα για την ομορφιά και για τα καλά που έκαμνεν.
     Και πήγα κι εγώ στο παλάτι και είδα τη Μυρσίνα. Κι όταν έφυγα, μου ’δωσε μιαν αρμαθιά φλουριά κι ερχόμουνα στο σπίτι μου. Και κει που περπατούσα απόξω από της Μελάχρως το σπίτι, να και βγαίνει ο σκύλος της κι αρχίζει να με κυνηγά. Τότε κι εγώ, για να γλιτώσω, έριξα τα φλουριά και τα πήρεν ο σκύλος κι έφυγε. Μόν’ εσείς ταχιά-ταχιά σαν ξημερώσει, να πάρετε μια κουλούρα και να πάτε να τη ρίξετε στο σκύλο της Μελάχρως, και θα σας δώσει τα φλουριά.      

(Πηγή: Συλλογή Ι. Πρώιου εκ Μακεδονίας - Μέγα Γεωργίου «Ελληνικά Παραμύθια», εκδ. "Ι.Δ. Κολλάρος και ΣΙΑ", Αθήνα 2002, σελ. 57-65)
                                             

Ναπολιτάνικο παραμύθι 
Η Νεραϊδομυρτιά

Ζούσε μια φορά σε ένα χωριό ένα ζευγάρι που δεν είχε παιδιά και επιθυμούσε πολύ να αποκτήσει απογόνους. Προσευχόταν για τούτο συνεχώς η γυναίκα: «Κύριε, Μεγαλοδύναμε τ’ Ουρανού, ας γεννήσω κάτι κι ας ήταν ακόμη κι ένα κλαδάκι μυρτιάς».
     Τόσο συχνά επαναλάμβανε όμως την προσευχή της αυτή και τόσο συχνές ήταν οι ικεσίες της στον ουρανό, ώστε φούσκωσε τελικά η κοιλιά της και έπειτα από εννέα μήνες, αντί για ένα αγοράκι ή ένα κοριτσάκι, έφερε στον κόσμο ένα κλαδί μυρτιάς. Το φύτεψε η αγρότισσα με ανείπωτη χαρά σε μια γλάστρα, που την τοποθέτησε στο παράθυρο και την πότιζε νωρίς το πρωί και αργά το βράδυ με όσο μεγαλύτερη φροντίδα μπορούσε.
     Όταν όμως βρέθηκε μια μέρα ο γιος του βασιλιά στην περιοχή τους για κυνήγι, γοητεύτηκε τόσο πολύ από το όμορφο αυτό κλαδί, ώστε έστειλε μαντάτο στην αγρότισσα ότι ήθελε να το αγοράσει, όποιο κι αν ήταν το κόστος του. Η αγρότισσα στην αρχή αρνήθηκε, κατόπιν όμως δελεάστηκε από τις υποσχέσεις και τελικά τρόμαξε από τις απειλές, και παρέδωσε στον πρίγκιπα τη γλάστρα. Τον παρακάλεσε όμως να τη φροντίζει με αγάπη και τρυφερότητα, περισσότερο κι από το ίδιο του το παιδί, επειδή του είχε τόσο μεγάλη αδυναμία, σαν να ήταν σάρκα από τη σάρκα της. Ο πρίγκιπας ζήτησε να του φέρουν τη γλάστρα στο δωμάτιό του και να την τοποθετήσουν σε ένα μπαλκόνι, όπου την έραινε και την πότιζε διαρκώς, με τα ίδια του τα χέρια.
     Όταν ένα βράδυ ο πρίγκιπας είχε πέσει στο κρεβάτι και είχε σβήσει το φως, και ο κόσμος ήταν γαλήνιος κι έτοιμος να αφεθεί στις αγκάλες του ύπνου, άκουσε κάποιον να γλιστρά αθόρυβα στο δωμάτιο και να πηγαίνει στο κρεβάτι του και σκέφτηκε ότι θα ήταν ο υπηρέτης που του άδειαζε τις τσέπες ή ένα στοιχειό, που ήθελε να του τραβήξει το δέρμα από το σώμα του. Σαν θαρραλέος άντρας που ήταν όμως, και δεν σκιαζόταν ούτε από τον χειρότερο δαίμονα, έκανε ότι κοιμόταν και περίμενε να δει πώς θα τελειώσει αυτή η ιστορία. Άπλωσε τελικά το χέρι του, και ένιωσε κάτι, που είχε ελαφρύτερη και πιο απαλή αίσθηση από τα πούπουλα της χήνας. Τινάχτηκε πάνω, έπιασε αυτή την ευαίσθητη ύπαρξη, που ήταν μια νεράιδα, την έκλεισε στα χέρια του, και άρχισαν να παίζουν το παιχνίδι της αγάπης. Πριν όμως φανούν οι πρώτες ηλιαχτίδες, σηκώθηκε η νεράιδα και εξαφανίστηκε, αφήνοντας πίσω της τον πρίγκιπα ενθουσιασμένο από χαρά και από αγάπη, αλλά και γεμάτο περιέργεια και έκπληξη.      
     Έπειτα από επτά νύχτες γεμάτες διασκέδαση και χαρά, φλεγόταν από την επιθυμία να μάθει τι ήταν αυτή η ευτυχία που τόσο απλόχερα του είχαν στείλει τ’ αστέρια. Κράτησε τότε σφιχτά στο χέρι του μια πλεξούδα από τα μαλλιά της, για να μην μπορέσει να του ξεφύγει, και αφού άναψε τα φώτα, αντίκρισε το λουλούδι των γυναικών, το θαύμα της ομορφιάς, τον καθρέφτη της Αφροδίτης, τη γοητευτικότατη μαγεία της αγάπης, αντίκρισε ένα αξιολάτρευτο περιστεράκι, ένα χρυσό κόσμημα, μια καρδιοκλέφτρα, μια μπουκιά για βασιλιά, αντίκρισε με μια λέξη ένα θέαμα που τον είχε αφήσει άναυδο από την έκπληξη. Αφού κύλησαν μερικά λεπτά μέσα στην έκπληξη, είπε: «Όμορφη πλεξούδα μου, που τόσο με έχεις σαγηνεύσει, όμορφα μάτια μου, που έχετε κάνει την καρδιά μου να φλέγεται από αγάπη, όμορφα χείλη, που με πνίγετε στην ηδονή, ω όμορφο χέρι, που με έχεις αφήσει έκθαμβο! Σε ποια γωνιά της φύσης πλάστηκε ένα τόσο γοητευτικό και ολοζώντανο άγαλμα;». Ενώ μιλούσε, την έσφιγγε στην αγκαλιά του για να σβήσει τους πόθους του. Την ώρα που την κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του, ξύπνησε εκείνη από τον ύπνο της και απάντησε με χαριτωμένα χασμουρητά στους αναστεναγμούς του ερωτευμένου πρίγκιπα.
     Είπε τότε αυτός ξανά: «Μόνο εσύ πλήγωσες την καρδιά μου και μόνον εσύ μπορείς να με κάνεις καλά. Όμορφή μου αγάπη, συμπόνεσε λίγο τον άρρωστο για σένα από έρωτα, που στον πυρετό του ψήνεται, επειδή έχει περάσει από το βαθύ σκοτάδι της νύχτας στο άπλετο φως της ομορφιάς σου. Απόθεσε εδώ το χέρι σου στο στήθος μου, νιώσε το σφυγμό μου, γράψε μου μια συνταγή, βάλε το όμορφο στόμα σου πάνω στα χείλια μου! Άλλο τίποτε δεν ποθώ από το χάδι αυτού εδώ του χεριού, και ξέρω καλά ότι θα οφείλω στη γλώσσα σου την υγεία μου και τη ζωή μου!»     
     Στο άκουσμα των λόγων αυτών, το πρόσωπο της νεράιδας έγινε κατακόκκινο σαν τη λάμψη της φωτιάς, και ο πρίγκιπας την έκλεισε ξανά στην αγκαλιά του, επισφράγισε την εξομολόγηση με ένα φιλί και είπε: «Εσύ πρέπει να γίνεις γυναίκα μου, η συντρόφισσα του σκήπτρου μου, η κάτοχος των κλειδιών της καρδιάς μου, όπως κυβερνάς και το τιμόνι της ζωής μου!»
     Ύστερα από αυτές και άλλες πολλές γλύκες και ευγενικά λόγια, σηκώθηκαν και οι δύο από το στρώμα και κοίταξαν αν μπορούσαν να βάλουν κάτι στο στόμα τους να φάνε. Και πέρασαν έτσι καιρό μαζί.
     Η μοίρα όμως παίζει συχνά άσχημα παιχνίδια σε βάρος των ανθρώπων∙ πριν απ’ όλα ο χωρισμός, που πικραίνει την απόλαυση του έρωτα και είναι πάντοτε ο κακός δαίμονας των αγαπημένων. Έτσι λοιπόν συνέβη και τώρα, όταν κάλεσαν τον πρίγκιπα μια μέρα να πάει για κυνήγι και υποχρεώθηκε να αφήσει πίσω τη γυναίκα του ή, μάλλον, τα δύο τρίτα της καρδιάς του. Την αγαπούσε περισσότερο και από την ίδια του τη ζωή και την έβλεπε ομορφότερη κι από την ομορφιά ακόμη∙ εξαιτίας όμως αυτής της υπερβολικής ομορφιάς φούντωσε το ζιζάνιο της ζήλιας, ζιζάνιο που αποτελεί θύελλα στη γαλήνια θάλασσα της αγάπης. Το ζιζάνιο, που κάνει τη ζωή να παραδέρνει μέσα στην αμφιβολία, το πνεύμα στην ανησυχία και την καρδιά στην αγωνία. Κάλεσε λοιπόν τη νεράιδα και της είπε: «Θα λείψω για δυο ή τρεις νύχτες. Ο Θεός μονάχα ξέρει με τι πόνο καρδιάς σε αποχωρίζομαι, και σε παρακαλώ μονάχα, που τόσο με περιποιείσαι και τόσο με νοιάζεσαι, να πάρεις τη θέση σου στη γλάστρα και να μη μετακινηθείς από εκεί πριν από την επιστροφή μου».
     «Θα το κάνω με μεγάλη μου ευχαρίστηση, αφού θα μείνω για πάντα δική σου», αποκρίθηκε η νεράιδα. «Κάνε μου όμως μια χάρη, σε παρακαλώ∙ στην κορυφή του κλαδιού της μυρτιάς κρέμασε ένα κουδουνάκι με μια από τις μεταξωτές κλωστές σου, κι όταν με το καλό γυρίσεις, τράβηξε την κλωστή. Θα ακούσω τότε εγώ το κουδουνάκι και θα εμφανιστώ μπροστά σου και θα σου πω ″να με κι εγώ εδώ!″».
     Πράγμα που έκανε ο πρίγκιπας, που κάλεσε επίσης έναν από τους υπηρέτες του κατά μέρος και του είπε: «Έλα εδώ, υπηρέτη, άνοιξε καλά τ’ αυτιά σου και πρόσεξε πολύ αυτό που θα σου πω. Στρώνε μου το κρεβάτι κάθε βράδυ, σαν να ήμουν εδώ και να κοιμόμουν, πότιζε κάθε πρωί αυτή τη γλάστρα και πρόσεξε καλά, επειδή τα φύλλα τα έχω ήδη μετρήσει, κι αν διαπιστώσω ότι λείπει έστω και ένα, τότε αλίμονό σου!»
     Αφού έδωσε αυτές τις οδηγίες, καβάλησε το άλογό του και έφυγε για το κυνήγι.
     Στο μεταξύ, επτά άσωτες γυναίκες, με τις οποίες είχε πάρε-δώσε ο πρίγκιπας στο παρελθόν, είχαν παρατηρήσει ότι ήταν καιρός τώρα που ο πρίγκιπας τις είχε λησμονήσει τελείως και είχε να καλλιεργεί τον σπαρμένο τους αγρό. Υπέθεσαν τότε ότι, μάλλον εξαιτίας κάποιας νέας ερωτικής περιπέτειας, ο πρίγκιπας είχε λησμονήσει τις παλιές του αγάπες. Προκειμένου να το διαπιστώσουν με τα ίδια τους τα μάτια, μπήκαν κρυφά στο δωμάτιο του πρίγκιπα, αλλά δεν βρήκαν ψυχή εκεί. Όταν αντίκρισαν το πανέμορφο κλαδί μυρτιάς, πήρε καθεμιά τους από ένα φυλλαράκι, η μικρότερη όμως πήρε μια ολόκληρη κορφή, εκείνη από την οποία κρεμόταν το κουδουνάκι. Μόλις το κούνησε, ήχησε το κουδουνάκι και πετάχτηκε την ίδια στιγμή μπροστά τους η νεράιδα. Όταν τα φθονερά αυτά πλάσματα αντίκρισαν τη μαγευτική εκείνη μορφή, έπεσαν σαν τα κοράκια πάνω της και άρχισαν να τη χτυπούν με μανία στο κεφάλι με ένα ρόπαλο. Μοίρασαν κατόπιν το λείψανο σε πέντε μέρη και πήρε καθεμιά τους από ένα. Μονάχα η μικρότερη δεν ήθελε να συμμετέχει σε αυτή την αθλιότητα και κράτησε μονάχα μια μπούκλα από τα χρυσαφένια της μαλλιά.
     Όταν έφτασε ο υπηρέτης για να στρώσει το κρεβάτι και να ποτίσει τη γλάστρα, όπως του είχε ζητήσει το αφεντικό του, κόντεψε να πεθάνει από τον τρόμο του. Μάζεψε γρήγορα ό,τι είχε απομείνει και, αφού μάζεψε και το αίμα από το πάτωμα, τα έριξε όλα μαζί μέσα στη γλάστρα και τα πότισε. Έστρωσε κατόπιν το κρεβάτι, κλείδωσε την πόρτα, έβαλε το κλειδί κάτω από το χαλάκι της πόρτας και έφυγε όσο μπορούσε πιο γρήγορα.
     Μόλις όμως επέστρεψε ο πρίγκιπας από το κυνήγι, τράβηξε τη μεταξωτή του κλωστή και ήχησε το κουδουνάκι∙ όσο όμως κι αν ηχούσε αυτό, τίποτε! Η νεράιδα παρέμενε βουβή. Πήγε κατευθείαν στο δωμάτιό του, έκανε χίλια κομμάτια την πόρτα, προχώρησε και άνοιξε το παράθυρο. Μόλις αντίκρισε τη γλάστρα, άρχισε να τραβάει τα μαλλιά του, να ουρλιάζει, να κλαίει και να οδύρεται: «Αλίμονό μου, το φτωχό, το δύστυχο, ποιος μου το ’κανε αυτό; Χαμένη μου νεράιδα, περασμένες χαρές, πού είσαι, αγαπημένο μου κλαδάκι μυρτιάς; Αχ, χάθηκα ο έρμος, χάθηκα!» 
     Αυτά και πολλά άλλα ήταν τα λόγια που βγήκαν από το στόμα του, λόγια που έκαναν ακόμα και τις πέτρες να ραγίσουν∙ τόσο μεγάλος ήταν ο πόνος και ο θρήνος του πρίγκιπα, τόσο αβάσταχτος, που το πρόσωπό του είχε πάρει το χρώμα άρρωστου Ισπανού.
     Όταν όμως άκουσε η νεράιδα, που άνθιζε ξανά μέσα στη γλάστρα, το θρήνο και τον οδυρμό του καημένου της αγαπημένου, άρχισε να τον συμπονεί και, τελικά, τον κοντοζύγωσε, τον αγκάλιασε σφιχτά και του είπε: «Φτάνει, φτάνει, πρίγκιπά μου, σταμάτα πια, στέγνωσε τα ακριβά σου δάκρυα. Να με εδώ μπροστά σου, γερή και δυνατή, παρά τις φθονερές εκείνες γυναίκες, που μου έκαναν το κεφάλι μου κομμάτια».
    Ήταν τότε σαν να γύρισε ο πρίγκιπας από το θάνατο στη ζωή ξανά∙ το χρώμα έκανε πάλι την εμφάνισή του στα μάγουλά του, η θέρμη στο αίμα του και η ανάσα στα στήθη του, και ύστερα από πολλά χάδια και φιλιά και γλυκόλογα με τα οποία γέμισε τη νεράιδα, θέλησε να τα μάθει όλα∙ τι συνέβη, από την αρχή ως το τέλος. Μόλις πληροφορήθηκε ότι υπηρέτης του ήταν εντελώς αθώος, διέταξε να τον φέρουν αμέσως πίσω.
     Στήθηκε κατόπιν γιορτή, που όμοιά της δεν έζησε για πάρα πολλά χρόνια ο τόπος, και παντρεύτηκε τη νεράιδα. Όλοι οι πρίγκιπες του βασιλείου ήταν προσκεκλημένοι στην τελετή, ακόμη και οι επτά μάγισσες, που τόσο άσχημα είχαν συμπεριφερθεί στη νεράιδα, ήταν παρούσες. Όταν το συμπόσιο είχε φτάσει στο τέλος του, ρώτησε ο πρίγκιπας τι τιμωρία άξιζε σε όποιον είχε προκαλέσει  αυτό το κακό σ’ αυτή την ομορφιά, και έδειξε εκείνη τη στιγμή τη νεράιδα, που ήταν τόσο γοητευτική, ώστε προσείλκυε πάνω της την αγάπη όλων των καρδιών. Απάντησαν τότε όλοι όσοι παρακάθονταν στο συμπόσιο. Ένας είπε ότι του άξιζε η κρεμάλα, ένας άλλος πίστευε ότι του άξιζε ο τροχός, κάποιος τρίτος είπε ότι του άξιζε η τανάλια, ένας άλλος είπε η ρίψη από το βράχο, και κάποιος άλλος, κι άλλος ένας, κι ένας τελευταίος είπε του άξιζε κάποια τιμωρία. Όταν έφτασε η σειρά των εφτά μαγισσών, που δεν εύρισκαν διόλου χαριτωμένη μια τέτοια συζήτηση και προέβλεπαν ότι τους περίμενε άσχημη νύχτα, απάντησαν ότι του άξιζε να θαφτεί ζωντανός σε μια καταβόθρα. Μόλις το ξεστόμισαν αυτό, αναφώνησε ο πρίγκιπας: «Εσείς οι ίδιες βάλατε την ταφόπετρα στον τάφο σας. Εμπρός λοιπόν, γρήγορα, πιο γρήγορα, μη χάνουμε καιρό, πετάξτε τες αμέσως τώρα, όπως ακριβώς είπαν, στην καταβόθρα, να ’χουν έτσι το τέλος που τους αξίζει».
     Μόλις πέρασε και τούτο, πάντρεψε ο πρίγκιπας τη μικρότερη από αυτές με τον υπηρέτη του και τους έκανε ένα πλούσιο δώρο. Τους γονείς της νεράιδας ανέμενε μια θριαμβευτική τελετή υποδοχής, κι έζησε έτσι ο πρίγκιπας με τη νεράιδα μια ζωή γεμάτη χαρά και ευτυχία.
     Αυτά τα παιδιά του διαβόλου τέλειωσαν τη ζωή τους με πολύ οδυνηρό τρόπο, και απέδειξαν ξανά την παροιμία των σοφών προγόνων:

     Κι αν ο φθόνος κι η ζήλια φέρνουν συμφορά,
     η αγάπη είναι στο τέλος που νικά.

ΝΑΠΟΛΙΤΑΝΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

(Πηγή: Giambattista Basile (Ιταλία 1566-1632) «Lo cunto de li cunti o Il Pentameron» («Το παραμύθι των παραμυθιών ή Το Πενθήμερον», 1634). Στα ελληνικά, από τα «Παραμύθια Αγάπης και Έρωτα», μτφ. Χάρης Παπαγεωργίου, επίμετρο Ulrike Blaschek, εκδόσεις ″Απόπειρα″, Αθήνα 1994, σελ. 145-151)  

                                                                    
*****
                  
Σημείωση: Επειδή δεν έχουμε παρασκευάσει τις συνταγές ποτών, πρακτικών φαρμάκων και καλλυντικών, τις αναφέρουμε με κάθε επιφύλαξη. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί, ακόμα και με απλά συστατικά συνταγών, αφού υπάρχει κίνδυνος αλλεργιών ή δηλητηριάσεων.  
                                                                         
Ευχόμαστε σε όλες τις Μυρσίνες 
        «ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ»

  
 Μυρτιά του Στέλιου Καραμπάση  στη θέση "Βάθρακας" Παλαιοχωρίου Λέσβου

                                                                  Μυρσίνη Βουνάτσου
     Αθήνα, 24 Σεπτεμβρίου 2013