Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

ΧΑΪΚΟΥ

 Για μαθητές Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου

1. Τι είναι τα χαϊκού;                                                      
     
    Τα χαϊκού (haiku) είναι είδος ποίησης, που πρωτοεμφανίστηκε στην Ιαπωνία το 16ο μ.Χ. αιώνα περίπου. Είναι μικρά λυρικά ποιήματα χωρίς ομοιοκαταληξία, με 17 συλλαβές σε έναν ενιαίο στίχο ή σε τρεις στίχους, με 5σύλλαβους τον 1ο και 3ο στίχο και 7σύλλαβο το 2ο στίχο (5 - 7 - 5). Σε αυτές τις 17 συλλαβές, που διαβάζονται με μια ανάσα, συμπυκνώνεται ένα πλήρες νόημα. Περιέχουν μια λέξη ή φράση προσδιοριστική της εποχής (κίγκο/kigo) και κιρέτζι (kireji), ειδικές λέξεις που προκαλούν στιγμιαία παύση στο τέλος του 1ου ή του 2ου στίχου και δίνουν στήριξη στο στίχο. Έχουν προέλθει από τα γουάκα τάνκα (waka tanka), ποιήματα με 31 στίχους, σε δύο ομάδες των 5-7-5 και 7-7 συλλαβών. Στην Ιαπωνία, συχνά έγραφε ένας ποιητής τους τρεις πρώτους στίχους ενός γουάκα τάνκα και άλλος τους δύο επόμενους. Ακόμα, έγραφε ένας ποιητής ένα στίχο, συμπλήρωνε τον επόμενο άλλος κ.ο.κ., δημιουργώντας έτσι αλυσιδωτά ομαδικά γραμμένα ποιήματα.


2. Χαρακτηριστικά των χαϊκού:
   
    Λιτότητα και λεπτότητα έκφρασης, λυρική διάθεση, πυκνότητα νοημάτων, φυσιολατρία, εικόνες, έλλειψη ομοιοκαταληξίας, αυστηρότητα της φόρμας, βάθος σκέψης, ομορφιά των λέξεων και των αντιθέσεων, ευφυΐα. Ιδιαίτερο γνώρισμα των χαϊκού το φυσιολατρικό στιγμιότυπο, η προσπάθεια να συλληφθεί η στιγμή και να διατηρηθεί στην αιωνιότητα, με μία λέξη ή φράση που να δηλώνει χρόνο ή την εποχή.
    Στην Ευρώπη έγιναν γνωστά και πολύ αγαπητά τον 20ό αιώνα και καθιερώθηκε η τρίστιχη μορφή τους. Στην Ελλάδα τα θέματά τους είναι πιο πλούσια, με πιο ελεύθερη μορφή και φιλοσοφική διάθεση. Αποτελούν άσκηση στην πυκνότητα του λόγου, όπως και τα επιγράμματα. 
    Εισηγητής των χαϊκού στην Ελλάδα θεωρείται ο Γιώργος Σεφέρης, που το 1940 δημοσίευσε «Δεκαέξι χαϊκού» στο «Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937)», αν και είχαν προηγηθεί ο Γεώργιος Σταυρόπουλος, ο οποίος είχε δημοσιεύσει το 1925 έξι «Τρίστιχα» στο περιοδικό «Λυκαβηττός», ο Νίκος Χάγιερ-Μπουφίδης (Ίσαντρος Άρις), που το 1925 είχε δημοσιεύσει πέντε χαϊκού στο περιοδικό «Νέα Τέχνη», και ο Παύλος Κριναίος-Μιχαηλίδης, που δημοσίευσε το 1926 δέκα «Χάϊ-Κάϊ».

3. Ένα παράδειγμα:                                     
    
    α΄ στίχος ( 5σύλλαβος ):  Α-νά-βει το φλας
                                            1 – 2 – 3 – 4 – 5
    β΄ στίχος ( 7σύλλαβος ):  η μορ-φή μέ-σα στο φως
                                            1 – 2 – 3 – 4 – 5 – 6 – 7 
    γ΄ στίχος ( 5σύλλαβος ):  φυ-λα-κί-ζε-ται.    
                                            1 – 2 – 3 – 4 – 5

 4. Άλλα παραδείγματα χαϊκού για φωτογραφία: 
      
     (5) Σε άσπρο χαρτί                   (5) Μέσα στο κάδρο      (5) Γραμμένες με φως
     (7) μορφές που ξεθώριασαν    (7) η χαρά και η νιότη    (7) της ζωής μας στιγμές οι
     (5) από το χρόνο.                     (5) χαμογελούνε.            (5) φωτογραφίες.  
           
5. Σου δίνω ένα στίχο από τρία χαϊκού. Συμπλήρωσε εσύ τους άλλους δύο:  
         
     (5) Φωτογραφίες                  (5) …………………                (5) …………………   
     (7) ……………………            (7) αγαπημένες μορφές       (7) ………………………   
     (5) …………………                (5) …………………              (5) λάμπει σαν ήλιος.  
                       
6. Μέτρησε τις συλλαβές κάθε στίχου στα τρία χαϊκού που σου δίνονται:

     Φουκοσίμα                         Το χαϊκού της ζωής                 Για την Ελλάδα 
      Στη Φουκοσίμα                   Πέντε και επτά                           Στο Ερεχθείο
      παιδιά παίζουνε πάλι        και πέντε στιγμές χαράς            θρηνούν οι Καρυάτιδες 
      πλάι στο κύμα.                     όλη η ζωή.                                 για την Ελλάδα. 
                                                                                                                                                                  
                         
7. Άλλα δικά μας χαϊκού θα βρείτε στις παρακάτω αναρτήσεις μας:
  -http://paleochori-lesvos.blogspot.gr/2013/02/blog-post_20.html
  
8. Χαϊκού της Δασκαλάκη-Θεοδούλου Κωσταντίας θα βρείτε στην εξής ανάρτηση:
  -http://paleochori-lesvos.blogspot.gr/2013/11/blog-post_12.html

9. Γράψε κι εσύ τρία χαϊκού. Είναι ευχάριστη δραστηριότητα! 

    (5) …………………               (5) …………………         (5) ………………
     (7) ……………………             (7) ……………………       (7) ………………….
     (5) …………………               (5) …………………         (5) …………………
              

10. Συμβουλές του Ιάπωνα ποιητή Μασαόκα Σίκι (1867-1902)
                       …προς τους νέους ποιητές των χαϊκού

Προς τους αρχαρίους:
- Να είσαι φυσικός.
- Να μην πολυσκοτίζεσαι με τους παλιούς γραμματικούς κανόνες ή με ειδικά σημεία, όπως η προφορά κ.ά.
- Να διαβάζεις τους παλιούς συγγραφείς και να θυμάσαι πως μέσα τους θα βρεις καλά και κακά ποιήματα ανακατεμένα.
- Παρατήρησε πόσο φτιαχτά και κοινότοπα φαίνονται τα χαϊκού, όταν δεν έχουν αμεσότητα. 
- Γράφε για το δικό σου κέφι. Αν τα γραπτά σου δεν ικανοποιούν εσένα, πώς θες να ικανοποιούν τους αναγνώστες σου;

Για όσους ξέρουν μερικά πράγματα, αλλά δεν είναι ακόμα φτασμένοι:
- Έχε κατά νου σου την προοπτική. Τα μεγάλα πράγματα είναι μεγάλα, αλλά και τα μικρά πράγματα είναι μεγάλα όταν τα δεις από κοντά.
- Να μελετάς την έννοια της λεπτότητας, αλλά να μην την εφαρμόζεις στις ανθρώπινες σχέσεις και μάλιστα μέσα σε 17 συλλαβές. Να την εφαρμόζεις στα αντικείμενα.
- Τα χαϊκού δεν είναι θεωρήματα λογικής. Καμιά διαδικασία αιτιολόγησης δεν πρέπει να διαφαίνεται στην επιφάνειά τους.
- Κράτα τις λέξεις σφιχτές. Μη βάζεις τίποτα άχρηστο.
- Κόψε, όσο μπορείς, τα επιρρήματα και τις αντιμεταθέσεις. 
- Να χρησιμοποιείς εξίσου φανταστικές και πραγματικές εικόνες, αλλά να προτιμάς τις πραγματικές. Με τις φανταστικές εικόνες θα βγάλεις και καλά και κακά χαϊκού, αλλά τα καλά θα ’ναι λίγα. Αν αντίθετα χρησιμοποιείς πραγματικές εικόνες, πάλι θα ’ναι δύσκολο να φτιάξεις καλά χαϊκού, θα μπορέσεις όμως να φτιάξεις μερικά ευπρόσωπα, τα οποία θα διατηρήσουν την αξία τους μέσα στο χρόνο.

Στους ήδη κατέχοντες το είδος:
- Διάβαζε, όποτε μπορείς, όλα τα αξιόλογα βιβλία με χαϊκού. Μελέτησε τα καλά και τα κακά τους σημεία.
- Μάθε όλα τα είδη χαϊκού, αλλά να έχεις το δικό σου στυλ.
- Να μαζεύεις το υλικό σου από πρώτο χέρι. Να μην το παίρνεις από παλιά χαϊκού.
- Μάθε, επίσης, μερικά πράγματα για την υπόλοιπη λογοτεχνία.
- Μάθε και κάτι για την τέχνη γενικότερα.

(Τις παραπάνω συμβουλές του Μασαόκα Σίκι θα βρείτε στις σελ. 53-54 του βιβλίου «132 Γιαπωνέζικα Χαϊκού», μτφ. Ρούμπη Θεοφανοπούλου, Εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα 1986)

Το γράψιμο είναι Δημιουργία
Μυρσίνη Βουνάτσου

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

ΝΕΑ - ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

ΤΑ ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΜΑΣ
I. ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ: Τα δημοτικά τραγούδια μας έχουν τη ρίζα τους στα αρχαία λαϊκά τραγούδια. Έτσι, χιλιάδες χρόνια η λαϊκή ποίηση, καθώς και όλος ο λαϊκός πολιτισμός, εκφράζουν με τον ίδιο τρόπο τη λαϊκή ψυχή.
II. ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ:
    1. Είναι ανώνυμα λαϊκά δημιουργήματα σε δημοτική γλώσσα και εκφράζουν τους πόθους και τις λαχτάρες, τα ιδανικά και το πνεύμα του ελληνικού λαού.
    2. Έχουν παραλλαγές, δηλαδή διάφορες μορφές του ίδιου τραγουδιού, ανάλογα με τον τόπο.
    3. Είναι στενά δεμένα με τη μουσική και το χορό. Δεν απαγγέλλονται, αλλά τραγουδιούνται και χορεύονται συγχρόνως. Εκτός από τα χορευτικά, υπάρχουν και τα καθιστικά τραγούδια της τάβλας, που τραγουδιούνται όταν ο λαός κάθεται στο τραπέζι (τάβλα) και γλεντάει.
    4. Έχουν ζωντάνια και παραστατικότητα, εικόνες από τη φύση, επαναλήψεις, ποιητικές υπερβολές, παρομοιώσεις και παραλληλισμούς, αλληγορίες και κυρίως τολμηρές προσωποποιήσεις βουνών, δένδρων, αλόγων, πουλιών, άψυχων κ.ά. .
    5. Χρήση διαλόγων και ανθρωποποίηση του φυσικού κόσμου και αγαπημένων αντικειμένων. Ακόμα και τα άψυχα και τα ζώα μιλούν με ανθρώπινη φωνή στα δημοτικά τραγούδια μας (προσωποποιήσεις).
    6. Απλότητα, λιτός και πυκνός λόγος, γρήγορη δράση. Αποφεύγονται περιττά επίθετα και προτιμώνται τα ρήματα και τα ουσιαστικά. Παραλείπονται τα ασήμαντα και ευνόητα και έτσι η δράση γίνεται γρήγορη.
    7. Παρατακτική σύνταξη προτάσεων και αυτοτέλεια στίχου (αρχή της ισομετρίας). Κάθε στίχος ή δίστιχο έχει νοηματική αυτοτέλεια και ολοκληρώνει ένα νόημα. Γι’ αυτό δεν έχουμε διασκελισμό, συνέχιση δηλαδή του νοήματος σε δύο ή περισσότερους στίχους. Η υποτακτική σύνταξη προτάσεων αποφεύγεται.
    8. Κάθε στίχος χωρίζεται σε δύο ημιστίχια. Συχνά στο δεύτερο ημιστίχιο επαναλαμβάνεται ή ολοκληρώνεται το νόημα του πρώτου ημιστίχιου, π.χ. «Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό μας.»
    9. Ο πιο συνηθισμένος στίχος των δημοτικών μας τραγουδιών είναι ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος ανομοιοκατάληκτος στίχος, με τομή στην όγδοη συλλαβή (α΄ημιστίχιο = 8 συλλαβές και β΄ημιστίχιο = 7 συλλαβές). Ιαμβικό μέτρο: U ―: 1 πους, που αποτελείται από μία άτονη (U) και μία τονισμένη συλλαβή (U―΄ ). Συνήθως έχουμε έλλειψη ομοιοκαταληξίας.
        π.χ. «Τ’ α – δέλ – φια σχί – ζουν τα βου – νά  // και δέ - ντρα ξε – ρι – ζώ – νουν»
        πόδες:    α.             β.            γ.           δ.              ε.           στ.           ζ.            η.
                     U   ,     U   ,    U   ,   U    , // U    ,    U   U    U
       συλλαβές: 1    2,       3     4,     5     6,     7     8,  //  9    10,    11   12,  13   14,   15
                                                                           τομή
   10. Χρήση στερεότυπων εκφράσεων ή και στίχων, όπως: «τρία πουλάκια κάθονται», «ακόμα ο λόγος έστεκε», «πολύ του κακοφάνει».
   11. Το θέμα του αδύνατου:
         π.χ. «Αν τρέμουν τ’ άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,
                  κι αν πέφτουν τα’ άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες.»
   12. Χρήση του νόμου των τριών, που δείχνει πίστη στην ιερότητα του αριθμού 3 και των πολλαπλασίων του: π.χ. τρεις αδελφές, τρία χρόνια, τρία πουλάκια, εννιά γιοι, δώδεκα μήνες, τριάντα όμορφες και άλλα.
   13. Το θέμα των άστοχων ερωτημάτων. Αυτός που ρωτάει κάνει πολλές ερωτήσεις, αλλά αστοχεί. Εκείνος που απαντά αναιρεί πρώτα μία-μία τις άστοχες ερωτήσεις και καταλήγει δίνοντας με έμφαση τη θετική απάντηση.
         Ένα παράδειγμα από το ιστορικό τραγούδι «Της Δέσπως»:
         «Αχός βαρύς ακούγεται, πολλά τουφέκια πέφτουν. (Γεγονός για το οποίο ρωτούν)
          Μήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι; (Δύο άστοχα ερωτήματα μήνα… μήνα…)
          Ουδέ σε γάμο ρίχνονται, ουδέ σε χαροκόπι. (Αναίρεση άστοχων ερωτημάτων ουδέ… ουδέ…)
          Η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μ’ αγγόνια. (Θετική απάντηση με έμφαση)
           
IIΙ. ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ - Τα δημοτικά τραγούδια χωρίζονται σε τρεις κύκλους:
     Α. Παραλογές (παρακαταλογές, μπαλάντες):
         Οι παραλογές είναι πολύστιχα αφηγηματικά τραγούδια με γοργό επικό χαρακτήρα, δραματικό και συνήθως φανταστικό περιεχόμενο, γι’ αυτό λέγονται και πλαστά τραγούδια. Έχουν ιαμβικό ανομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο στίχο και είναι παλιά όσο και τα ακριτικά, με τα οποία μοιάζουν πολύ. Οι υποθέσεις τους αντλούνται από τρεις πηγές: α) Από αρχαίους μύθους, νεότερες παραδόσεις, μαγικές τελετές, δεισιδαιμονίες, θρύλους για στοιχεία και άλλα («Του Νεκρού Αδελφού», «Του Γιοφυριού της Άρτας» κ.ά.) β) Από δραματικά περιστατικά της κοινωνικής ζωής, δηλαδή από κοινωνικά γεγονότα δραματικά και φοβερά (άτυχοι έρωτες, προδοσίες, φόνοι, ναυάγια πλοίων κ.ά. – π.χ. «Του Κυρ Βοριά», «Το δοκίμιν της αγάπης», «Της κουμπάρας που έγινε νύφη» κ.ά.). γ) Από εθνικές και ιστορικές μνήμες που αναφέρονται σε πολέμους, σφαγές, λεηλασίες και άλλα (π.χ. «Η Αιχμαλωσία»).
     Β. Ιστορικά τραγούδια (α. Ακριτικά β. Καθαρά Ιστορικά γ. Κλέφτικα):
         Έχουν ιστορικό χαρακτήρα ή προέλευση. Έχουν θέμα κάποιο συγκεκριμένο γεγονός εθνικό ή κοινωνικό (πολεμικές συγκρούσεις, πολιορκίες και αλώσεις πόλεων, σεισμούς, επιδρομές βαρβάρων, αιχμαλωσίες, θανατηφόρες επιδημίες κ.ά.), συνήθως θλιβερό, εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις (π.χ. «Του Δράμαλη»). Ιστορικά επίσης είναι τα σατιρικά με πολιτικό χαρακτήρα, τα ακριτικά (π.χ. «Του Διγενή Ακρίτα», «Του Μικρού Βλαχόπουλου» κ.ά.) και τα κλέφτικα (π.χ. «Του Βασίλη», «Του Κλέφτη το κιβούρι», «Του Μπουκουβάλα» κ.ά.). Τα καθαρά ιστορικά τραγούδια διαφέρουν από τα ακριτικά και τα κλέφτικα, γιατί αναφέρονται στις λεπτομέρειες του γεγονότος που εξιστορούν, δίνοντας τον τόπο, το χρόνο, τα πρόσωπα και τις ιδιαίτερες συνθήκες (π.χ. «Του Δασκαλογιάννη», «Του Παπαφλέσσα», «Της Λένως Μπότσαρη», «Της Δέσπως» κ.ά.). Ιστορικά τραγούδια είναι και οι θρήνοι, όπως «Της Αγια-Σοφιάς», «Το κούρσος της Αδριανόπολης» και άλλα.
     Γ. Τραγούδια του καθημερινού βίου:
        Αναφέρονται σε διάφορες εκδηλώσεις της ζωής, γι’ αυτό είναι πάρα πολλά και υποδιαιρούνται σε πολλές υποκατηγορίες: νανουρίσματα, ταχταρίσματα, τραγούδια της αγάπης, νυφιάτικα, μοιρολόγια, εργατικά, της ξενητιάς, σατιρικά, γνωμικά, παιδικά, επαγγελματικά, του κάτω κόσμου και του χάρου, κάλαντα, βαΐτικα, αποκριάτικα και λοιπά εορταστικά.
    
IV. ΑΞΙΑ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ ΜΑΣ:
     Σήμερα δημοτικά τραγούδια σχεδόν δεν δημιουργούνται. Έσβησαν μαζί με τις απομονωμένες κλειστές κοινωνίες, που ευνοούσαν τη γέννησή τους. Την τελευταία δημιουργική τους άνθιση τη γνώρισαν την εποχή της τουρκοκρατίας με το κλέφτικο τραγούδι. Εντούτοις, και στις μέρες μας δεν εκτοπίστηκαν ολότελα ούτε αχρηστεύτηκαν. Αντίθετα, εξακολουθούν να ζουν, να συγκινούν και να προβάλλονται, γιατί αποτελούν την πιο γνήσια έκφραση της λαϊκής ψυχής κι είναι ο καθρέφτης της ελληνικής ζωής και του λαϊκού πολιτισμού μας. Είναι «η ρίζα της φυλής μας και το στήριγμά της» κι αστείρευτη πηγή έμπνευσης της επώνυμης λογοτεχνίας. Η λογοτεχνική και ιστορική αξία τους είναι ανεκτίμητη γι’ αυτούς τους λόγους και για πολλούς άλλους ιστορικούς και κοινωνικούς κυρίως λόγους.
     Τα δημοτικά τραγούδια τα μελετά η Λαογραφία. «Πατέρας της ελληνικής Λαογραφίας» θεωρείται ο κορυφαίος λαογράφος μας Νικόλαος Πολίτης (1852-1921).
            
ΜΥΡΣΙΝΗ ΒΟΥΝΑΤΣΟΥ, ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΜΑΣ

      Είχα τραγούδια να σας πω έναν τροβά γεμάτο,      
      μα ο τροβάς ετρύπησε και ’πέσαν όλα κάτω.
                                                                                              
     Ναι, άπειρα είναι τα τραγούδια του λαού μας, «αυτά τα αγριολούλουδα που φυτρώσανε απάνω στις καθαρές και βασανισμένες βραχόπετρες, οπού τις δέρνει ο πόνος, μα που φεγγοβολάνε σαν διαμάντια από τον ήλιο», όπως λέει ο έξοχος λαϊκός δημιουργός Φώτης Κόντογλου.
     Κι αν ο απλός Έλληνας δεν παρουσιάστηκε από τους ιστορικούς σαν πρωταγωνιστής στην Ιστορία, βρήκε έναν πιο άμεσο τρόπο, για να σφραγίσει τη Ζωή με την παρουσία του: το τραγούδι. Όλες οι εκδηλώσεις της ζωής βρήκαν το τραγούδι σαν μέσο έκφρασης: η γέννηση κι ο θάνατος τ’ ανθρώπου, η αγάπη και ο γάμος, η δουλειά και η διασκέδαση, ο χωρισμός και όλες οι ιστορικές περιπέτειες που συγκλόνισαν την εθνική ψυχή.
     Στην ιδιαίτερη πατρίδα μας, στο Παλαιοχώρι Λέσβου, όπως και σε κάθε άλλο τόπο, θα βρούμε πολλά απ’ αυτά τα λαϊκά στιχουργήματα. Πιο πολύ όμως ακούγονται τα ερωτικά τραγούδια, κυρίως δίστιχα. Είναι γνωστή η ονομασία τους «παραπουν’τσοί» ή «πλωμαρίτικοι σκοποί». Στα πανηγύρια και στους γάμους, τη μέρα στους ελιώνες και τη νύχτα κάτω από το παράθυρο της αγαπημένης, ο κάθε νιος εξομολογείται την αγάπη του με το γνωστό μακρόσυρτο και παραπονιάρικο σκοπό. Έτσι το ερωτικό τραγούδι αποτέλεσε στο παρελθόν μοναδικό μέσο ερωτικής επικοινωνίας μέσα στην κλειστή κοινωνία του χωριού μας.
                                
      Άστρο με άστρο πολεμά κι η Πούλια με τη δύση
      κι εγώ με το κορμάκι σου έχω μεγάλη κρίση.
                                                                                          
     Καυτά ξεχειλίζουν απ’ την καρδιά και γίνονται τραγούδι το ερωτικό πείσμα, ο πόνος του χωρισμού, οι κατάρες και τα παράπονα για μιαν αγάπη καταλυτική, πέρα κι απ’ το θάνατο.
                                    
      Τράβα μαχαίρι, χτύπα με, πρόσεξε την καρδιά μου,
      γιατί στη μέση βρίσκεσαι, μη λαβωθείς κοντά μου.
                                                                                    
     Τα παινέματα της ομορφιάς της αγαπημένης είναι από τα πιο συχνά θέματα των τραγουδιών της αγάπης.
                                                                        
      Σαράντα να τα μοιραστούν τα έμορφά σου κάλλη,
      όλες θα γίνουν όμορφες κι όμορφη θα ’σαι πάλι.
                                                                                                                    
     Στα νυφιάτικα τραγούδια βρίσκουμε πλήθος από τέτοια παινέματα της νύφης, του γαμπρού και του κουμπάρου.
                                                                                             
      Της νύφης το ματόκλαδο σαν κάμπος λουλουδίζει,
      σαν κύμα πάει κι έρχεται και γλυκοκυματίζει.
                                                                                                                           
      Γαμπρός είναι ο ήλιος και νύφη ’ναι η σελήνη
      και ο κουμπάρος ξακουστός μέσα στη Μυτιλήνη.
                                                                                                                      
     Αλλά η τρυφεράδα του νανουρίσματος ξεπερνά κάθε άλλο τραγούδι σε λυρισμό.
                                                                       
      Έλα, ύπνε, και πάρε το και πάνε στ’ς μπαχτσέδες
      και γέμισε τις τσέπες του ρόδα και μενεξέδες.
                                                                             
     Συχνή είναι στα τραγούδια μας και η σατιρική διάθεση και συχνά γίνεται έμμετρος αυτοσχέδιος διάλογος.
                                                           
      Η μάνα σ’ ήταν σκόρδου τσι τσύρ’ς ήταν κρουμμύδ’
      τσι συ απού ποιον ιπήρις τσι γίν’τσις καραφύλλ’;
                                                                                
     Πάνω απ’ όλα όμως, τα τραγούδια της ξενιτιάς συγκλονίζουν με τη δραματικότητά τους. Ο ζωντανός ο χωρισμός είναι, για τη μάνα κυρίως, ο πιο μεγάλος καημός. Στο αποχαιρετιστήριο γλέντι, την ώρα του ξεπροβοδίσματος, φίλοι και συγγενείς συνοδεύουν με το τραγούδι το κλάμα τους.
                                                                        
      Τώρα στον αποχωρισμό, πες μου κανα - δυο λόγια,
      να τα θυμούμαι, μάτια μου, να τα ’χω μοιρολόγια.
                                                                                                 
     Αληθινά συγκλονιστικό το παρακάτω δίστιχο που ακούγεται συχνά στο χωριό μας:
                                                                                                  
      Αλησμονώ και χαίρομαι, θυμούμαι και λυπούμαι,
      όλα τ’ αηδόνια είν’ εδώ, μα το δικό μου πού ’ναι;
                                                                                                                   
     Και βλέπουν τα πουλιά τη μάνα να στέλνει χαιρετίσματα στον ξενιτεμένο της γιο και τα παίρνουν, μαντήλι μυρωμένο, μαζί τους στην ξενιτιά. Κι ακούει η φουρτουνιασμένη θάλασσα τα παρακάλια της αγαπημένης του ναυτικού και γαληνεύει. Τα γράμματα φεύγουν γεμάτα από τέτοια στιχουργήματα, που γίνονται παρηγοριά και πόνος συνάμα γι’ αυτόν που τα παίρνει.
                                                                                                        
      Σαν έρθεις κι εύρεις λείψανα και κόκαλα στο χώμα,
      τα νεκροπούλια ρώτησε πως σ’ αγαπώ ακόμα.
                                                                                                                    
     Ο πόνος που προκαλεί ένας άλλος χωρισμός, ο θάνατος, μετουσιώθηκε σε μοιρολόι. Υποχρέωση των στενών συγγενών το μοιρολόγισμα, φέρνει στο νου ομηρικές σκηνές με το χορό και τον προεξάρχοντα.
                                                                                                           
      Τι να την κάνω τη ζωή μες στον απάνω κόσμο,
      αφ’ έχασα τα μάτια μου, αφ’ έχασα το φως μου;
                                                                                                                           
      Συνήθεια παλιά στο χωριό μας, που δεν έχει εκλείψει ακόμα, ήταν να γράφουν τέτοια τραγούδια πάνω στους τάφους.


     Σπανιότερα είναι τα περιστασιακά τραγούδια και οι παραλογές, όπως «Το «τραγούδι της Σούσας» και το «Κορίτσι κρυφοφίλητο», καθώς και τα γνωμικά τραγούδια, όπως το παρακάτω που το λένε στο χωριό μας πολύ συχνά:
           
      Ποτέ του τράγου το μαλλί δεν γίνεται μετάξι,
      κι αν τύχει και ποτέ γενεί, θα ’χει την ίδια τάξη.
                                                                
     Τα τραγούδια της δουλειάς κάνουν πιο ελαφρύ τον κόπο, τα κάλαντα και τα άλλα εορταστικά θρησκευτικά τραγούδια δίνουν ιδιαίτερο χρώμα στις γιορτές.
     Χαρακτηριστικό είναι το «Έρι πάλε», που τραγουδιέται τις Αποκριές από παρέες ανδρών, που γυρίζουν όλο το χωριό τραγουδώντας αγκαλιασμένοι και κάνοντας στάσεις σε κάθε γειτονιά, έξω από το σπίτι της αρραβωνιαστικιάς ή της αδελφής. Τότε πρέπει να βγει η αρραβωνιαστικιά ή η αδελφή ή η μάνα ενός από τους γλεντιστές με το δίσκο, να κεράσει ούζα όλη την παρέα.
                                                                                       
      Ήθελα να ’ρθω το βράδυ, έρι πάλε,
      μ’ έπιασε ψιλή βροχή. (δις) 
      Το θεό παρακαλούσα, δυο μου μάτια,
      για να σ’ εύρω μοναχή. (δις)
                                                                                        
      Ούτε μοναχή σε βρήκα, έρι πάλε,
      ούτε με τη μάνα σου, (δις) 
      μόν’ σε βρήκα στο σεργιάνι, δυο μου μάτια,
      με τη φιλενάδα σου. (δις)
                                                                                               
      Γυαλί βαστάς, γυαλίζεσαι,
      όμορφα που στολίζεσαι. (τσάκισμα)
      Είσαι γυαλένιος μαστραπάς,
      κι όποιον να δεις τον αγαπάς. (τσάκισμα)
                                                                                                               
      Της τριανταφυλλιάς τα φύλλα, έρι πάλε,
      θα τα κάνω φορεσιά, (δις)
      να τα βάλω να περάσω, γιούργια ρε πάλε,
      να σου κάψω την καρδιά. (δις)
                                                                                                                  
      Απ’ την Πλαγιά στον Τρύγουνα,
      αγάπησα μια Ρήγηνα,
      απ’ την Πλαγιά στου Παλιχώρ’,
      αγάπησα μια Πηνιλόπ’. (τσάκισμα)
                                                                                                                     
      Όπου δεις δυο κυπαρίσσια, δυο μου μάτια,
      και στη μέση δυο μηλιές (δις)
      εκεί μ’ έχουνε θαμμένο, έρι πάλε,
      κι έλα, φως μου, να με κλαις. (δις)
                                                                                                                           
      Λιριά, λιριά, λιριώτισσα
      κι απανωμαχαλιώτισσα.
      Λιριά, λιριά, λιριώνουμαι,
      για σένα παλαβώνουμαι. (τσάκισμα)
                                                   
      Θε να ταξιδέψω θέλω, έρι πάλε,
      στης Αττάλειας τα νερά (δις)
      με τα ψαριανά καράβια, έρι πάλε,
      να σε κλέψω μια βραδιά. (δις)
                                                                                          
      Γιαλό να πας, στεριά να ’ρθεις,       
      τα λόγια μου να θυμηθείς. (τσάκισμα)
                                             
     Η μουσική κι ο χορός συνδέονται οργανικά με τα τραγούδια μας, αλλά πολλά απ’ αυτά είναι καθιστικά. Ένας, ο πιο καλλίφωνος, αρχίζει το τραγούδι κι επαναλαμβάνουν οι άλλοι όλοι μαζί εναλλάξ. Οι υπερβολές, οι επαναλήψεις, οι εικόνες από τη φύση, ο εξαίσιος δεκαπεντασύλλαβος ιαμβικός συνήθως στίχος με τομή στην όγδοη συλλαβή, ο αργός «αμανερός» σκοπός, η ελευθερία στην εναλλαγή των στίχων, η ποικιλία της ποιητικής έκφρασης και ο έντονα συναισθηματικός τόνος γεμίζουν τα τραγούδια μας μουσικότητα.
     Αν ψάξουμε να βρούμε την προέλευσή τους, θα χαθούμε στα βάθη των αιώνων, σε εποχές που ο άνθρωπος είχε μοναδικό μέσο έκφρασης των συναισθημάτων του το τραγούδι. Θα διαπιστώσουμε ακόμα πως τα δημοτικά μας τραγούδια αντλούνται από την ίδια ποιητική πηγή, απ’ όπου άντλησε τα τραγούδια που τραγουδούσε με τις φίλες της η Σαπφώ, ο Τέρπανδρος και ο Αλκαίος τα δικά τους λυρικά τραγούδια. Αυτό δείχνει πόσο πλούσια είναι η λυρική, επώνυμη και ανώνυμη, ποιητική παράδοση της Λέσβου.
     Συγγενικές με τα ερωτικά τραγούδια μας είναι οι μαντινάδες της Κρήτης και τα κυπριακά ερωτικά τραγούδια, που από τα βυζαντινά χρόνια συγκεντρώνονταν σε συλλογές. Τέτοιες συλλογές τραγουδιών είχε παλιά κάθε νιος και κάθε νια στο χωριό μας.
     Τελευταία άφησα τα λιανοτράγουδα που περιέχουν παράπονα για την τύχη, ανάκατα με «τσακίσματα» σε οχτασύλλαβο στίχο, τις λεγόμενες «οχτάδες». Κι αυτό, γιατί δείχνουν όλη τη βιοθεωρία του Παλιοχωριανού.
                                                                                                   
      Ήλιε μ’, στα βασιλέματα πάρε κι εμέ μαζί σου,
      να πάγ’ να βρω την τύχη μου, να την εβλαστημήσω.
                                                                                                                   
      Τύχη μου, πανάθεμά σε,
      πάντα στο κακό μπροστά ’σαι. (τσάκισμα) 
                                                                                                                                              
     Τα καυτά προβλήματα της ζωής ξεσηκώνουν πυρκαγιές τους καημούς μέσα του.
                                                                                                                                                                                              
      Όποιος φοβάται τη φωτιά, ας μην έλθει κοντά μου,
      γιατί θα τον εκάψουνε τ’ αναστενάγματά μου.
                                                        
     Έτσι, το κλάμα του γίνεται τραγούδι, που βγαίνει βαθιά απ’ την ευαίσθητη ψυχή του και δείχνει την «ανθρωπιά» του σ’ όλο της το μέγεθος.
                                                                                           
      Το μερακλίδικο πουλί χτίζει φωλιά και κλαίει,
      σαν την τελειώσει τη φωλιά, τα βάσανά του λέει.
                                        
     Το παρακάτω δίστιχο, σαν επίλογος, δείχνει ότι για τον Παλιοχωριανό μεράκι δεν είναι θρήνος και μεμψιμοιρία, αλλά αισιόδοξη θεώρηση της ζωής, παρ’ όλα τα βάσανά της. Γι’ αυτό και κλαίει τραγουδώντας!
                                                                                                 
      Ο που ’ναι νιος και δεν πετά με του βοριά τα νέφη,
      τι να την κάνει τη ζωή, στον κόσμο να την έχει;
                                
     Σημείωση: Το παραπάνω κείμενό μας έχει δημοσιευτεί στο 4ο τεύχος του περιοδικού “Τα Παλιοχωριανά” του Συλλόγου Παλαιοχωριτών Αθήνας “Η Μελίντα” (Οκτ.- Δεκ. 1981, σελ. 56-58).
ΜΥΡΣΙΝΗ ΒΟΥΝΑΤΣΟΥ

                
Ευχαριστούμε αυτούς που έφτιαξαν το βίντεο. Τραγουδούν Χρήστος Μουτζούρης ή “Μαρούλα” και Γιάννης Πόρτογλου ή “Κορωνής”Πηγή: http://www.youtube.com/watch?v=QveaRtM-w2M (Ανοίξτε και την υπερσύνδεση).