Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

ΒΟΜΒΑΣ ΒΑΣΟΣ ~ ΚΛΗΔΟΝΑΣ


Τα παλιότερα χρόνια, οι άνθρωποι είχαν εντάξει στον κύκλο του χρόνου εθιμικές εκδηλώσεις με πολυσήμαντη θρησκευτική και κοινωνική λειτουργία. Μία απ’ αυτές ο κλήδονας, λαϊκό έθιμο που επιβίωσε από την αρχαιότητα, τα βυζαντινά μέχρι τα νεοελληνικά χρόνια και ταυτίστηκε με τη γιορτή του Άη Γιάννη του Πρόδρομου στις 24 Ιουνίου. Χαρακτηριστικό του μαγικοθρησκευτικού ομαδικού δρώμενου οι έμμετροι ερωτικοί χρησμοί κι οι αθυροστομίες, που διασκεδάζουν χωρίς να σοκάρουν, που φέρνουν κοντά τα δυο φύλα και προμαντεύουν στις άγαμες νέες την ταυτότητα του μελλοντικού συζύγου, που ξυπνούν το ερωτικό ένστικτο χωρίς να εκχυδαΐζουν. Με αυτό το πνεύμα γίνεται κι η παρακάτω δημοσίευση αθυρόστομων στιχουργημάτων –με την απαραίτητη λογοκρισία– από το αρχείο του Μυτιληνιού λογοτέχνη Ιωάννη Βόμβα και «κληδονάρχη» μαζί με τον Βαγγέλη Καραγιάννη στον αντι-κλήδονα που συνήθιζε να κάνει σε κλειστό κύκλο η συντροφιά τους την επόμενη μέρα. Μας τα έστειλε ο γιος του Γιαννακού Βάσος Βόμβας.


Από: Βάσος Ι. Βόμβας
Θέμα: ΑΝΤΙ-ΚΛΗΔΟΝΑΣ

Με αφορμή τον κλήδονα που γιορτάζουμε στις 24 Ιουνίου, όπως γίνεται κάθε χρόνο, και εννοώ αυτούς που ακόμα κρατούν ζωντανή κι αλώβητη την παράδοσή μας, θα ήθελα να μιλήσω για έναν άλλο κλήδονα, που η συντροφιά του πατέρα μου έβγαζε την επομένη, με μοναδικούς συμποσιαστές τα μέλη της στενής συντροφιάς τους. Σ’ αυτόν τον "κατ’ ιδίαν" κλήδονα θα αναφερθώ, παραθέτοντας τα στιχουργήματα που βρήκα. Θα πρέπει να σας πω ότι αυτό ήταν ένα δρώμενο πρωτόγνωρο για την εποχή του, γιατί αναπτύσσεται στα χνάρια της λαϊκής μας παράδοσης και παράλληλα δίνει την ευκαιρία στους στιχουργούς να πούνε πράγματα που δεν μπορούσαν να ειπωθούν στον καθ’ αυτό κλήδονα. Μ’ αυτά τα στιχουργήματα –γραμμένα κυρίως από το Γιαννακό Βόμβα και τον Βαγγέλη Καραγιάννη– και που τα βρήκα στο αρχείο του πατέρα μου, οι κληδονάρχοντες σχολίαζαν, πολύ καυστικά θα έλεγα, τα πρόσωπα της παρέας τους, χωρίς φόβο αλλά με πάθος γνησίως ερωτικό. Εδώ δεν κυριαρχούσε η ντοπιολαλιά αλλά η συνήθης γλώσσα. Θα πρέπει ωστόσο να πω ότι τα στιχουργήματα αυτά, έχοντας αποκλειστικά έντεχνη μορφή, αναφέρονταν, όπως ήταν φυσικό άλλωστε, στα μέλη της συντροφιάς τους κατά τέτοιο τρόπο όμως, που πολλές φορές έφτανε και σε "παρεξηγήσεις", λόγω του αιχμηρού περιεχομένου τους. Θα πρέπει ακόμα να σημειώσω ότι η Λέσβος έμαθε να πλάθει τους ανθρώπους της ανήσυχους, γεμάτους μεράκι και πάθος για κάθε πνευματικό και καλλιτεχνικό δημιούργημα κι αυτό ακριβώς το ασίγαστο πάθος σε μεγάλο βαθμό χαρακτήριζε την παρέα του Γιαννακού. Η χρονιά που άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη της φαίνεται ότι ήταν αυτή του 1943, μεσούσης της Γερμανικής κατοχής. Την επόμενη μέρα –πρέπει να ήταν στο σπίτι του Στρατή Παπανικόλα– βγάλανε τον δικό τους κλήδονα, που άρχισε με τούτη την αριστουργηματική σάτιρα του Βαγγέλη Καραγιάννη, σε ύφος Ευαγγελίου:

Σοφία ορθή
   -βγήκε η μ…..α απ’ του βρακί-
Εκ του κατά Ιωάννη Βόμβα αγίου Ευαγγελίου
   -του αδιάντροπου, του γυναικά, του ασκήμου, του γελοίου-
Ειρήνη πάσι
   -κανείς σας να μην κλάσει-
Τω καιρώ εκείνω νέα τις η καημένη
εξήλθεν ανά τους αγρούς τα μάλα κ….μένη
κι εγύρευε φιρί-φιρί την κ…α της να σβήσει
κανένας άντρακλας γερός με χάδια και γ…..ι
θαύμα μεγάλο να γενεί
μέσ’ το μικρό της το μ…ί.
Αλλά ματαίως έψαχνε, γιατί κανείς δεν βρέθηκε,
ώσπου κι αυτή βαρέθηκε.
Και κλείνοντας τα μάτια της με φούρκα και κακία
άπλωσε το χεράκι της κι έκανε μ…..α.
Ούτω Θεός εκέλευσε: "Ντροπή ’ναι το γ..είν,
μα μ……ς έχετε δικαίωμα. Αμήν!"

Και συνεχίζει ο Γιαννακός:

Η αποθυμιά σας έφταξε χθες αργοπορημένα.
Λυπήθηκα που θα ’μεναν κορίτσια κ….μένα,
μα δε γινότανε αλλιώς, δεν πρόφταινα να γράψω,
για όλα του κόσμου τα μ….ά. Κι αντί φωτιές ν’ ανάψω,
που εύκολα δεν θα σβήνανε, γιατί ήταν αγκαζέ οι ψ...ς
από π……ς πιο καλές,
σύστησα λίγη υπομονή
και στο δικό σας το μ…ί.
Και τώρα που δεν έχουμε άλλη δουλειά ευτυχώς
και τα δικά σας τα μ….ά θα πάρουν εργολαβικώς.

Και συνεχίζει, πριν μπουν στα επί μέρους προσωπικά πειράγματα, έτσι για να προϊδεάσει για το τι θα επακολουθούσε, αναφερόμενος σε ανύπαρκτα (;) πρόσωπα:

Εσύ λοιπόν, Μηλίτσα μου, που ’σαι φίνα νταρντάνα
θε να προκόψεις σίγουρα, σα θα γενείς π…..α.
Τι θέλεις τα νοικοκυριά, τους γάμους και τις προίκες,
αφού και λεύτερη μπορείς να νιώθεις τέτοιες γλύκες.

Μαριώ μου, τα κουμπούρια σου κρύβουν πολλές λαχτάρες
γι’ αυτά θα ματοκυλιστούν αρχοντικές ψ..άρες.

Και το δικό σου το μ…ί, Νουνούλα μου αφράτη,
κάποια ψ..ή το λαχταρά, κάποια ψ..ή βαρβάτη.

Κι έρχεται η στιγμή για τα προσωπικά τους πειράγματα.
Απαγγέλλει ο Βαγγέλης απευθυνόμενος στο Γιαννακό:

Είσαι μεγάλος ζαμπαράς, καμάρι της Ειρήνης
γ….ς αυτήν, γ….ς κι αλλού, καμιά πια δεν αφήνεις.
Πρόσεξε μόνο μην τυχόν ο βρωμερός ο ψ…ς σου
απ’ τον πολύ τον κ…..ό τρυπώσει και στον κ..ο σου.

Και απαντά ο Γιαννακός:

Ούλα πια τα παράτησες, τράπεζα και βιβλία,
και τη Λενιώ παράτησες και τη λαογραφία.
Και με τα μούτρα ρίχτηκες στη μαύρη αγορά
πουλώντας κοκκινόριζες κι αγγούρια δροσερά.
Κι όταν τα βράδια η Λενιώ προσμένει κ….μένη,
απ’ την πολλή την κούραση η π….α σ’ είν’ πεσμένη.
Κι αντί να της προσφέρεις ψ….ο ζουμερό,
βγάζεις από την τσάντα σου αγγούρι δροσερό.

Και τώρα, μερικά που βρήκα για τις γυναίκες της συντροφιάς:

Λουλού μου, το μ…άκι σου σαν το λαγό κοιμάται,
σαν το χταπόδι θρέβγεται κι ούλου τ’ ψ…..α θ’μάται.
Κι όταν θε νἄρτη ο Στρατής, θα βρει μ…ί κλειστό
για να ξεγιώσει μέσα του το σκουριασμένο του λοστό.

Λενιώ
Βυζά καλά και μ…αρο έχεις, μωρέ Λενιώ,
γιατί δεν μας εσκάρωσες τόσο καιρό μωρό.
Εσύ τάχα να φταις ή ο Μενέλαος, έλεος;
Οι Πάρηδες είναι πολλοί
αν θες δοκίμασε κι άλλο κ…ί.


Φιφίκα, παλούκια πήδηξες πολλά
καθώς λεν, μεγάλα και μικρά,
χωρίς να μπει κανέ και μέσ’ τον κ..ο
αφού δεν βρήκες όπως λες του γούστου σου τον ψ..ο.
Γι’ αυτό είσαι στριφνή κι ανάποδη, γεμάτη από κακία
αφού όλα τα χρόνια σου βαρούσες μ…..α.


Βεμβέκα, έχεις μ…ί εξαίσιο
έχεις κ….ς τραγανούς και δυο στητά βυζιά,
περίεργο μας φαίνεται γιατί δεν θέλεις παντρειά.

Ρηνιώ μου, το μ…άκι σου
δεν είναι όπως τ’ άλλα
έχει Παφλιώτικο χαβά
και θέλει π….ο λάβα.


ΚΛΗΔΟΝΑΣ 24 Ιουνίου 1943 – Κιόσκι Μυτιλήνης.
Κληδονάρχες: Γιαννακός Βόμβας και Βαγγέλης Καραγιάννης.

Ανοίγουμι του γκλήδουνα να βγει η βλουγημένη
να βγει ι ψ…ή μι τα μαλλιά σα νύφη στουλισμένη.
Να βγει μι γέλια μι χαρές, να δει ποιοι έχιν ξούρια,
ποιοι αγαπούν του μ…αρου, ποιες αγαπούν τ’ αγγούρια.
Να βγει σα μάγους, σαν καδής, να πει ουλ’νών σας τ’ άξα
τσ’ όποια κουπέλα θα ντραπεί, ν’ ανοίξ(ι) του μ.ί τς σα μπάξα.
Ιδώ δεν είνι ακκλησά μ’ ακόνες τσι βγατζέλια,
ιδώ θα πούμι σκάφ’ τη σκάφ’, ψ….ς, μ….ά τσι βζέλια.
Ω! γ(ι)ναίτσις, μη κουτσνίζιτι τσι κάνιτι τ’ς παρθένις,
του ξέρου πους θα φύγιτι στου σπίτ’ σας κ………ς.
Τσι σεις βρε άdρ γιμώσιτι τ’ς πιστόλις σας κρυφά dουν
τσι σα θα πέσ’τι στου κριββάτ’, ρίξιτι μέσ’ στα κ’φά dουν.

Πέσι, κυρά μ’, ανάσκιλα τσι σήκουσι τα πόδια,
να σι φυτέψου μια ρουδιά, να κρέμουντι δυο ρόδια.

Σκύβου γουνατίζου μπρος σου
του μακρύ μου στο σχιστό σου.

Σουπάσιτι τα κάκανα τσ’ ανοίξιτι τ’ αφτιά σας,
ν’ αρχίσουμι τη λειτουργιά. Μ….ά, βουήθειά σας!!!

     Αυτό ήταν σε γενικές γραμμές το πνεύμα της τότε συντροφιάς του Γιαννακού, που τους ξεχώριζε αισθητικά, αισθησιακά και καλλιτεχνικά θα έλεγα από τον περίγυρό τους. Ακόμα, η μοναδική τους ζωντάνια κι αυτή τους η λατρεία για ζωή, που δεν τους εγκατέλειψε ποτέ.
     Ελπίζω να μην σας κούρασα με την αναμνησιολογία μου.

Έρρωσθε
Βάσος Ι. Βόμβας
Μηνί Ιουνίω 2017